Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2015

Γκιγιώμ Απολλιναίρ



Αρχηγός της αβάν-γκαρντ σκηνής του Παρισιού στις αρχές του 20ου αιώνα, ο Απολλιναίρ διέσχισε την απόσταση από τους δρόμους της γαλλικής πρωτεύουσας ως τον ορφισμό, το κυνήγι των ονείρων και τον σουρεαλισμό. Ένας υπερβατικός σκηνοθέτης σε κάποιο θέατρο του δρόμου, ο οποίος προ του α΄ παγκοσμίου πολέμου πίστευε ότι ούτε μέσω μιας ανακατάληψης της Βαστίλης δεν ανανεώνεται ο κόσμος τόσο όσο μέσω της ζωγραφικής, της ποίησης και της τέχνης.

Γνήσιος περιπλανώμενος ο ίδιος, δε θα γινόταν να μην εγχέει στα ποιήματα του  συμβολισμούς των μεγάλων περιπατητών των αιώνων, όπως ο Ορφέας ή ο Διόνυσος. Έτσι και σ' ένα από τα σημαντικότερα ποιήματα του, τον Μουσικό της Σαν Μερί (Le musicien de Saint-Merry, από την ενότητα Κύματα της συλλογής Calligrammes του 1918), ο Γκιγιώμ Απολλιναίρ (Guillaume Apollinaire, 1880-1918) μάς ξεναγεί στο παρισινό σκηνικό του 1913, με βήματα που ανασαίνουν το παρελθόν, περνάνε δίπλα από τις κοινές γυναίκες του Μαραί και καταλήγουν στο ρημαγμένο σπίτι της εγκατάλειψης.
Ποίημα με φαινομενικά ασύνδετες αναφορές -όπως ασύνδετοι είναι κάποτε οι συνειρμοί ενός ανθρώπου που τριγυρνάει στους δρόμους-, ο Μουσικός της Σαν Μερί ίσως γεννήθηκε σε κάποια από τις εξορμήσεις του Απολλιναίρ στην πόλη, σαν ετούτη που επικαλείται ο Ζαν Μολλέ:
«Οι δρόμοι ήταν εντελώς άδειοι. Ούτε μια γάτα, ούτε ένα αυτοκίνητο. Σε μια αυλή προσέξαμε έναν μουσικό κι έναν τραγουδιστή κυκλωμένους από μια ομάδα ανθρώπων που έλεγαν και ξανάλεγαν το ρεφραίν ενός τραγουδιού. Σου γεννιόταν η εντύπωση ότι όλοι οι δρόμοι είχαν αδειάσει τους διαβάτες τους μέσα σ' εκείνη την αυλή».

Ουσιαστικά όμως, στον Μουσικό ο Απολλιναίρ δεν επιθυμεί να μας μιλήσει για το παρόν. Και δεν επιθυμεί για τον απλό λόγο ότι δε θέλει να ζει μέσα σε αυτό, ειδικά όταν αυτό το ίδιο τού αρνιέται την ανταπόδοση του έρωτα. Κολλημένος σε έναν τόπο μεταξύ κόλασης και παράδεισου, χωρίς ηθικά διδάγματα ή διάθεση να επιφέρει κάθαρση, ο ποιητής αποστασιοποιημένος οδηγεί τις γυναίκες του στο σπίτι της απώλειας. Και είναι, η απώλεια, όλη δική του. Τον Μάιο του ίδιου χρόνου αντιμετωπίζει το τέλος της σχέσης του με την ερωμένη του Μαρί Λωρενσέν, που μετά από αρκετές προσπάθειες επανασύνδεσης τον εγκαταλείπει οριστικά για να παντρευτεί έναν γερμανό ζωγράφο. Τότε κι εκείνος καταφεύγει στο φαλλικό σύμβολο του μουσικού με το φλάουτο, έναν ροδαλό Διόνυσο που σέρνει ξοπίσω  στο πέρασμά του τις μαινάδες, πιστές και έτοιμες να δώσουν στον αδύναμο Ορφέα τον τραγικό του θάνατο.

Είναι όμως ο Μουσικός μόνο αυτό;

Η απάντηση είναι αναπόφευκτα όχι. Όχι την ώρα που η παλλόμενη πομπή, που τον ακολουθεί σαν άλλον αυλητή του Χάμελιν, περνάει από τα ίδια μέρη με την εξέγερση του 1832• την απεργία των αρτοποιών  του 1913 με τις μακριές ουρές της οδού Βερερί έξω από τα μοναδικά δύο αρτοποιεία που έδιναν ψωμί υπό το φόβο των επιστρατευμένων στρατιωτών• τη διαδρομή των μοναρχών προς το παλάτι της Βενσέν, όπου στράφηκε η λαϊκή οργή των εξαγριωμένων εργατών μετά την κατάληψη της Βαστίλης, και όπου αργότερα στεγάστηκαν οι γυναικείες φυλακές του Παρισιού προτού ξεπέσει οριστικά σε αποθήκη όπλων. Αυτές οι αναφορές δίνουν στον Μουσικό μία αφηγηματική χροιά του ιστορικού κύκλου μοναρχίας-εξέγερσης-μοναρχίας, χροιά πιο έντονη στη θεατρική παντομίμα «τι ώρα φεύγει ένα τρένο για Παρίσι», που ένα χρόνο αργότερα ο Απολλιναίρ βάσισε στην ιδέα του ποιήματος.


Προς το παρόν, στον Μουσικό της Σαν Μερί ο Απολλιναίρ καταλήγει να στέκεται εκεί που όλοι έχουν χαθεί, όλοι εκτός από τον ίδιο κι από έναν ιερέα, ίσως τον ισχνό φιλομονάρχη κληρικό Σουζέρ (Suger), αρχιτέκτονα του Αγίου Διονύσου του Παρισιού (Saint-Denis). Μέσα σε αυτό το σκηνικό, ο Απολλιναίρ λοιπόν σκοτώνει τις γυναίκες του -κι ίσως ακόμα κι αυτά τα θηλυκά σύμβολα της επανάστασης, της ομορφιάς και της αγάπης-, που απομακρύνονται:

«...χωρίς να κοιτάξουν πίσω τους
Χωρίς να λυπηθούν γι' αυτό που αφήσαν
Γι' αυτό που εγκατέλειψαν
Χωρίς να μετανιώσουν για τη μέρα τη ζωή και την ανάμνηση»,

την ίδια ώρα που σώζει τις γυναίκες του, οδηγώντας τες στην αθανασία:

«Ω νύχτα
Αγέλη των νωχελικών βλεμμάτων γυναικών
Ω νύχτα
Εσύ ο πόνος μου και η μάταιη προσμονή μου»

Είναι ο περιπατητής του κόσμου και των άστρων έξω απ' όσα εμείς γνωρίζουμε. Το πρόσωπό του δεν θέλει να μας το δείξει. Είναι για εμάς ο άνδρας χωρίς πρόσωπο. Κι ακόμα, χωρίς παρόν και μέλλον. Εκεί στο τέλος του δρόμου, ο Απολλιναίρ ακούει τον σκοπό του να χάνεται, καθώς ο μελωδικός απαγωγέας της θλίψης αρπάζει την πομπή από τα μάτια του, κι αυτόνομος πια τού την στερεί για πάντα, αφήνοντας τον σε ένα νεκρωμένο τοπίο της πόλης. Κι όταν έχουν όλα τόσο παράδοξα αφανιστεί, ποιός μπορεί να βεβαιώσει τον ποιητή ότι δεν είναι ο ίδιος που έχει περάσει στην αντίπερα όχθη;

O Μoυσικός της Σαν Μερί
Έχω επιτέλους το δικαίωμα να χαιρετάω υπάρξεις που δεν ξέρω
Περνούν από μπροστά μου και συνωστίζονται από μακριά
Την ώρα που όλο αυτό που αντικρίζω μού είναι άγνωστο
Και η ελπίδα τους δεν είναι λιγότερο δυνατή απ' τη δικιά μου
Δεν τραγουδώ αυτόν τον κόσμο ούτε τα άλλα άστρα
Τραγουδώ όλες τις πιθανότητες που είναι δικιές μου έξω απ' αυτόν τον κόσμο κι από τ' άστρα
Τραγουδώ την χαρά τού να περιπλανιέσαι και την ευχαρίστηση τού έτσι να πεθαίνεις
Την 21η του μηνός Μαΐου 1913
Βαρκάρη των νεκρών και κουδουνιστές θανατοδότρες της Μερί
Μυριάδες μύγες αναρριπίζανε ένα μεγαλείο
Όταν ένας άνδρας χωρίς μάτια χωρίς μύτη και χωρίς αυτιά
Πίσω του αφήνοντας τη Σεμπαστό πέρασε στην οδό Ομπρί λε Μπουσέ
Νέος ο άνδρας ήτανε καστανός και με το χρώμα της φράουλας στα μάγουλα
Άνδρας Αχ! Αριάδνη
Έπαιζε φλάουτο και η μουσική κατεύθυνε τα βήματά του
Σταμάτησε στη γωνία του δρόμου Σαν Μαρτέν
Παίζοντας τον σκοπό που τραγουδώ και που έχω εφεύρει
Οι γυναίκες που περνούσαν σταμάταγαν κοντά σ' αυτόν
Ερχόντουσαν σε αυτόν από παντού
Όταν μεμιάς οι καμπάνες της Σαν Μερί βάλθηκαν να χτυπάνε
Ο μουσικός σταμάτησε να παίζει και ήπιε από τη βρύση
Που βρίσκεται στη σφήνα της οδού Σιμόν λε Φρανκ
Έπειτα έπαψε η Σαν Μερί
Ο άγνωστος ξαναπήρε τον σκοπό του
Και ξαναβρίσκοντας τα βήματά του περπάτησε μέχρι την οδό της Βερερί
Όπου μπήκε ακολουθούμενος απ' την ορδή των γυναικών
Που βγαίναν απ' τα σπίτια
Που έρχονταν απ' τις εγκάρσιες οδούς τα μάτια τρελαμένα
Τα χέρια απλωμένα προς τον μελωδικό απαγωγέα
Αυτός πήγαινε αδιάφορος παίζοντας τον σκοπό του
Δεινά επήγαινε
Κι ύστερα αλλού
Τι ώρα φεύγει ένα τρένο για Παρίσι
Εκείνη τη στιγμή
Τα περιστέρια των Μολούκων κουτσουλούσαν περικόχλια μοσχοκάρυδου
Στον ίδιο χρόνο
Αποστολή καθολικών από τη Μπόμα τι έκανες τον γλύπτη
Αλλού
Αυτή διασχίζει μία γέφυρα που ενώνει τη Βόννη με το Μπόιελ (2) και εξαφανίζεται μέσα απ' το  Pützchen
Την ίδια ώρα
Ένα νεαρό κορίτσι ερωτευμένο με τον δήμαρχο
Σε κάποια άλλη συνοικία
Ανταγωνίσου λοιπόν ποιητή με τις ετικέτες των αρωματοποιών
Εν ολίγοις ω σεις που γελάτε δε μάθατε σπουδαία πράγματα απ' τους ανθρώπους
Κι είναι με κόπο που αποσπάσατε λιγάκι γράσο από τη δυστυχία τους
Όμως εμείς που πεθαίνουμε για να ζούμε μακριά ο ένας απ' τον άλλον
Τεντώνουμε τα χέρια μας και πάνω σε αυτές τις ράγες κυλάει μία μακριά εμπορική αμαξοστοιχία
Έκλαιγες καθισμένη δίπλα μου στο πίσω μέρος μιας καμπίνας
Και τώρα
Μοιάζεις σ' εμένα μοιάζεις σ' εμένα δυστυχώς
Μοιάζουμε όπως μέσα στην αρχιτεκτονική του περασμένου αιώνα
Αυτές οι ψηλές καμινάδες μοιάζουν με πύργους
Πηγαίνουμε τώρα πιο ψηλά και πια τη γη δεν ακουμπάμε
Κι έτσι όπως ο κόσμος ζούσε κι εποίκιλε
Η πομπή των γυναικών μακρόσυρτη όπως μια μέρα χωρίς ψωμί
Ακολουθούσε στην οδό της Βερερί τον ευτυχισμένο μουσικό
Πομπές ω πομπές
Είναι όταν μια φορά ο βασιλιάς πήγαινε στη Βενσέν
Όταν οι πρέσβεις έφταναν στο Παρίσι
Όταν ο ισχνός Σουζέρ έσπευδε προς τον Σηκουάνα
Όταν η εξέγερση πέθαινε γύρω απ' τη Σαν Μερί
Πομπές ω πομπές
Οι γυναίκες ξεχείλιζαν τόσο ο αριθμός τους ήταν μεγάλος
Σ' όλους τους δρόμους τους γειτονικούς
Και έσπευδαν αιφνίδιες σαν σφαίρες
Για να ακολουθήσουν τον μουσικό
Αχ Αριάδνη κι εσύ Πακέτ κι εσύ Αμίν
Και συ Μία κι εσύ Σιμόν κι εσύ Μαβίζ
Κι εσύ Κολέτ κι εσύ ωραία Ζενεβιέβ
Περάσανε τρεμάμενες και μάταιες
Και τα βήματά τους αθόρυβα κι σβέλτα πήγαιναν σύμφωνα με τον χτύπο
Της ποιμαντικής μουσικής που οδηγούσε
Τα πεινασμένα τους αυτιά
Ο άγνωστος σταμάτησε μία στιγμή μπροστά σε κάποιο σπίτι που πωλείται
Σπίτι εγκαταλελειμμένο
Με τα παράθυρα σπασμένα
Είναι μια κατοικία του δεκάτου έκτου αιώνα
Η αυλή χρησιμεύει για τη στάθμευση αυτοκινήτων παραδόσεων
Εκεί είναι που μπήκε ο μουσικός
Η μουσική του που απομακρυνόταν έγινε αχνή
Oι γυναίκες τον ακολούθησαν μέσα στο εγκαταλελειμμένο σπίτι
Κι όλες εκεί μπήκαν μια ανακατωμένη συστάδα
Όλες όλες εκεί μπήκαν χωρίς να κοιτάξουν πίσω τους
Χωρίς να λυπηθούν γι' αυτό που αφήσαν
Γι' αυτό που εγκατέλειψαν
Χωρίς να μετανιώσουν για τη μέρα τη ζωή και την ανάμνηση
Δεν έμεινε κιόλας πια κανείς στην οδό της Βερερί
Μονάχα εγώ ο ίδιος και κάποιος ιερέας από τη Σαν Μερί
Πήγαμε μπήκαμε στο παλιό σπίτι
Αλλά δε βρήκαμε κανέναν
Να εδώ το βράδυ
Στη Σαν Μερί είναι ο Αngélus που ηχεί
Πομπές ω πομπές
Είναι όταν μια φορά ο βασιλιάς γύρναγε από τη Βενσέν
Εκεί ήρθε ένα μπουλούκι καπελάδων
Εκεί ήρθαν έμποροι της μπανάνας
Ήρθαν στρατιώτες της προεδρικής φρουράς
Ω νύχτα
Αγέλη των νωχελικών βλεμμάτων γυναικών
Ω νύχτα
Εσύ ο πόνος μου και η μάταιη προσμονή μου
Ακούω να πεθαίνει ο ήχος ενός φλάουτου μακρινού
Σημειώσεις: (1) Η απεργία των αρτοποιών τον Μάιο του 1913 στο Παρίσι θα αποτελέσει την απαρχή της γενικευμένης απεργίας στον κλάδο των τροφίμων κατά τα τέλη του ίδιου χρόνου (ΣτΜ).. (2) Το Μπόιελ (Beuel) είναι μια συνοικία της Βόννης δίπλα στις όχθες του Ρήνου που συνορεύει με την απομακρυσμένη από τον ποταμό συνοικία Pützchen (ΣτΜ).


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου