Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2016

Βερλαίν, Ρεμπώ, θυελλώδεις έρωτες και έκλυτη ζωή



               Στη δημοπρασία το περίστροφο με το οποίο ο Βερλαίν πυροβολεί τον Ρεμπώ

10 Ιουλίου 1873. Μεσημέρι σε δωμάτιο ξενοδοχείου της οδού Μπρασέρ, στις Βρυξέλελες. Ο 29χρονος ποιητής Πωλ Βερλαίν πυροβολεί με περίστροφο τον 18χρονο συνάδελφο και εραστή του, Αρθούρο Ρεμπό.
Μια σφαίρα τραυματίζει τον νεαρό πάνω από την άρθρωση του καρπού, ενώ η άλλη εποστρακίζεται πάνω στο τζάκι και καταλήγει στον τοίχο. Πρόκειται για τους διασημότερους πυροβολισμούς της γαλλικής λογοτεχνίας, οι οποίοι όμως σήμαναν και το τέλος της θυελλώδους ερωτικής σχέσης των δύο Γάλλων ποιητών.
Αυτό ακριβώς το περίστροφο του Βερλαίν θα διατεθεί προς πώληση στις 30 Νοεμβρίου, σε πλειστηριασμό του οίκου Κρίστις στο Παρίσι.
Το όπλο του εγκλήματος είναι ένα εξάσφαιρο περίστροφο και διαμετρήματος 7 χιλιοστών που ο Βερλαίν αγόρασε το ίδιο πρωί από έναν οπλοποιό των Βρυξελλών, μαζί μ' ένα κουτί με 50 σφαίρες.
Το περίστροφο, ενός μοντέλου πολύ συνηθισμένου την εποχή εκείνη, κατασχέθηκε από την αστυνομία, επεστράφη στην οπλοποιία Μοντινί και παραχωρήθηκε το 1981, όταν έκλεισε αυτό το κατάστημα, στον σημερινό ιδιοκτήτη του, ο οποίος αποφάσισε να το πωλήσει. Η τιμή του εκτιμάται από 50.000 έως 60.000 ευρώ.
Η θυελλώδης ερωτική σχέση των δύο ποιητών

Ο Πωλ Βερλαίν είχε παντρευτεί τον Αύγουστο του 1870 τη δεκαεξάχρονη Ματίλντ Μοτέ. Το Σεπτέμβριο του 1871 πιθανότατα γνωρίζει τον Αρθούρο Ρεμπώ γεγονός που επέδρασε καταλυτικά στη ζωή του. Περιπλανήθηκε μαζί του στη βόρεια Γαλλία και στο Βέλγιο, εγκαταλείποντας τον Ιούλιο του 1872 τη σύζυγό και το νεογέννητο γιο του, Ζωρζ.
Ο καβγάς ανάμεσα στους δύο άνδρες άρχισε τον Μάιο του 1873 στο Λονδίνο. Ο έρωτας του Βερλαίν με τον Ρεμπώ είχε γίνει θυελλώδης. Ο Βερλαίν επιδιώκει παράλληλα να αποκαταστήσει τη σχέση του με την γυναίκα του. Έπειτα από έναν ακόμη διαπληκτισμό, εγκαταλείπει τον νεαρό εραστή του και φεύγει για τις Βρυξέλλες. Ο Ρεμπώ τον ακολουθεί και ξεσπούν νέοι καβγάδες.
Ο Βερλαίν έχει τάσεις αυτοκτονίας, ο Ρεμπώ λέει πως θα καταταγεί στον στρατό. Μεθούν, κλαίνε, γνωρίζουν την απελπισία των ερώτων που τελειώνουν. Πριν τον πυροβολήσει, ο Ρεμπώ αφηγείται ότι ο Βερλαίν του είπε: «Έι! Θα σε μάθω εγώ να θέλεις να φύγεις!».
Αφού τον περιποιήθηκαν στο νοσοκομείο, ο Ρεμπώ σκέφτεται να εγκαταλείψει τις Βρυξέλλες. Ο Βερλαίν τον απειλεί και πάλι με το όπλο του μέσα στον δρόμο. Ο Ρεμπό φωνάζει έναν αστυνομικό που τους συλλαμβάνει όλους.
Ο συγγραφέας των «Poemes saturniens» θα συλληφθεί, θα δικαστεί και θα καταδικαστεί τον Αύγουστο του 1873 σε δύο χρόνια φυλακή, όπου θα περάσει 555 ημέρες. Εκεί ο Βερλαίν θα γράψει τα 32 ποιήματα του «Cellulairement», τα οποία θα κατανείμει στις συλλογές «Sagesse», «Jadis et naguere», «Parallelement», «Invectives». Ο Ρεμπώ επιστρέφει στο σπίτι της μητέρας του, και αρχίζει να γράφει το «Μια εποχή στην κόλαση».
Οι Βερλαίν και Ρεμπώ θα ξαναειδωθούν για μια τελευταία φορά μετά την αποφυλάκιση του πρώτου, τον Φεβρουάριο 1875 στη Στουτγάρδη. Εκεί πραγματοποιείται μία αποτυχημένη προσπάθεια επανασύνδεσης, ενώ ο Ρεμπώ θα παραδώσει στον φίλο του το χειρόγραφο των «Εκλάμψεων».

Αρθούρος Ρεμπό, αποσπάσματα από τις «εκλάμψεις» 
Παραμύθι
Ένας πρίγκηπας είχε θιγεί γιατί δεν είχε ποτέ του ασχοληθεί με κάτι έξω από την τελειότητα των χυδαίων γενναιοδωριών. Προέβλεπε εκπληκτικές επαναστάσεις του έρωτα, και υποψιάζονταν τις γυναίκες του ότι μπορούσαν κάτι καλύτερο από την ευπροσηγορία τούτη πλουμισμένη από ουρανό και πολυτέλεια. Ήθελε να δει την αλήθεια, την ώρα της ουσιαστικής λαχτάρας και της ικανοποίησης. Είτε αυτό υπήρξε μια απόκλιση από την ευσέβεια είτε όχι, το θέλησε. Κατείχε τουλάχιστον μιαν αρκετά πλατιά ανθρώπινη εξουσία.
Όλες οι γυναίκες που τον είχαν γνωρίσει δολοφονήθηκαν. Τι λεηλασία στο πάρκο του περιβολιού της ομορφιάς! Κάτω από την σπάθη, τον ευλόγησαν. Δεν παρήγγειλε καθόλου καινούριες. — Οι γυναίκες ξαναφάνηκαν.
Σκότωσε όλους αυτούς που τον ακολουθούσαν, μετά το κυνήγι ή τις οινοποσίες.
— Όλοι τον ακολουθούσαν.
Διασκέδασε σφάζοντας τα ζώα πολυτελείας. Πυρπόλησε τα παλάτια. Εφορμούσε πάνω στους ανθρώπους και τους τεμάχιζε. — Το πλήθος, οι χρυσαφένιες στέγες, τα ωραία ζώα υπήρχαν ακόμη.
Μπορεί κανείς να εκστασιάζεται στο χαλασμό, να ξανανιώνει από την θηριωδία! Ο λαός δεν μουρμούρισε. Κανείς δεν προσέφερε την συνδρομή των βλεμμάτων του.
Κάποιο βράδυ κάλπαζε περήφανα. Ένα Πνεύμα φάνηκε μίας άφατης ομορφιάς, ακόμη και ανομολόγητης. Από την φυσιογνωμία και την στάση του έβγαινε η υπόσχεση ενός έρωτα πολλαπλού και περίπλοκου! μιας ευτυχίας ανείπωτης, σχεδόν ανυπόφορης! Ο Πρίγκιπας και το Πνεύμα εκμηδενίστηκαν πιθανόν μέσα στην ουσιαστική υγεία. Πως θα μπορούσαν να μην πεθάνουν απ' αυτήν;
Μαζί λοιπόν πέθαναν.
Αλλά ο Πρίγκιπας αυτός απεβίωσε, στο παλάτι του, σε μια συνηθισμένη ηλικία. Ο Πρίγκιπας ήταν το Πνεύμα . Το Πνεύμα ήταν ο Πρίγκιπας.
Η σοφή μουσική παραμελεί την λαχτάρα μας.
Εκλάμψεις, μετάφραση: Αλέξης Ασλάνογλου, Εκδόσεις Ηριδανός


Ξεκίνημα
Αρκετά είδα. Το όραμα αντάμωσα σε όλους τους αιθέρες.
Αρκετά πήρα. Βόμβος των πόλεων , το βράδυ και στον ήλιο και πάντα .
Αρκετά γνώρισα . Τις στάσεις της ζωής .
Ω Βόμβοι και οράματα .
Ξεκίνημα μέσα σε καινούργιες αγάπες και θορύβους!
Εκλάμψεις, μετάφραση: Αλέξης Ασλάνογλου, εκδόσεις Ηριδανός


Πρωινό Μέθης
Ω Αγαθό μου! Ω το Ωραίο μου! Φανφάρα βάναυση όπου δε σκοντάφτω καθόλου! Στρεβλή μαγική! Ουρά για το ανήκουστο έργο και για το θαυμαστό σώμα, για πρώτη φορά. Αυτό άρχισε κάτω από τα γέλια των παιδιών, θα τελειώσει από αυτά. Το δηλητήριο τούτο θα μείνει σε όλες τις φλέβες μας, ακόμα και όταν, καθώς η φανφάρα στραφεί, θα παραδοθούμε στην παλιά δυσαρμονία. Ω τώρα, εμείς τόσο άξιοι για αυτά τα μαρτύρια. Ας μαζέψουμε με θέρμη αυτή την υπεράνθρωπη υπόσχεση καμωμένη στο πλασμένο σώμα μας και στην ψυχή μας, αυτή την υπόσχεση, αυτή την παραφροσύνη. Η κομψότητα, η γνώση, η βιαιότητα! Μας υποσχέθηκαν να θάψουν στη σκιά το δέντρο του καλού και του κακού, να εξοστρακίσουν τις τυραννικές εντιμότητες, για να οδηγήσουμε τον πολύ αγνό μας έρωτα. Αυτό αρχίνησε με μερικές αηδίες και αυτό τελείωσε, μην μπορώντας να μας αρπάξει αμέσως από αυτή την αιωνιότητα, αυτό τελείωσε με ένα σκόρπισμα αρωμάτων.

Γέλιο των παιδιών, διακριτικότητα των σκλάβων, αυστηρότητα των παρθένων, φρίκη των μορφών και των εδώ αντικειμένων, να είστε καθηγιασμένοι με την ανάμνηση αυτής της αγρυπνίας. Να που τελειώνει με αγγέλους φλόγας και πάγου.
Μικρό ξενύχτι μεθυσιού, άγιο! όταν αυτό δε θα ήταν παρά για τη μάσκα  που μας χάρισες. Σε βεβαιώνουμε, μέθοδε! Δεν ξεχνούμε ότι δόξασες χθες την καθεμιά από τις ηλικίες μας. Έχουμε πίστη στο δηλητήριο. Ξέρουμε να δίνουμε τη ζωή μας ολάκερη κάθε μέρα.
Νάτη η εποχή των Δολοφόνων.
Εκλάμψεις, μετάφραση: Αλέξης Ασλάνογλου, εκδόσεις Ηριδανός





Πόλεμος
Όταν ήμουνα παιδί, κάποιοι ουρανοί ξεκαθάρισαν την όρασή μου: όλοι οι χαρακτήρες χρωμάτισαν την προσωπικότητά μου. Διαταράχτηκαν τα Φαινόμενα. - Τώρα, η αιώνια ροή των στιγμών και η απεραντοσύνη των μαθηματικών με διώχνουν απ' αυτό τον κόσμο όπου υπομένω όλες τις επιτυχίες του πολίτη, σεβαστός για την παράξενη παιδική μου ηλικία και για τα απέραντα πάθη. - Σκέπτομαι ένα πόλεμο, για το δίκιο ή για τη βία, με πολύ αναπάντεχη λογική.
Είναι τόσο απλό, όσο μια μουσική φράση.
20 πεζά ποιήματα, εκδ. Χ. Μπούρας, μετάφραση: Εύα Μυλωνά - Αντώνης Κέπετζης.



Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2016

Βίκτωρ Ουγκό - Οι Εργάτες της Θάλασσας


 ΟΙ Εργάτες της Θάλασσας ( οι ναυτικοί δηλαδή) είναι ένα μυθιστόρημα του Βίκτωρ Ουγκό, που εκδόθηκε το 1866, κατά την διάρκεια της εξορίας του συγγραφέα στο νησί του Guernesey. Πρόκειται για ένα βιβλίο το οποίο υμνεί την τεχνολογική πρόοδο της εποχής. Το μυθιστόρημα αφηγείται τη δημιουργία του πρώτου ατμόπλοιου στη θάλασσα της Μάγχης, στα αφιλόξενα βράχια του νησιού όπου ο συγγραφέας (Βίκτωρ Ουγκό)είναι εξόριστος.

Ο ηλικιωμένος πλοικτήτης Lethierry έχει στην κατοχή του ένα απο τα πρώτα ατμόπλοια της εποχής στο οποίο έχει δώσει το όνομα Durande. Το ατμόπλοιο αυτό διασφαλίζει τη μεταφορά ανάμεσα στο Σαιν-Μαλό και το νησί Guernesey. Οι ψαράδες όμως και οι ναυτικοί του νησιού παρακολουθούν με αμφιβολία τον αθέμιτο ανταγωνισμό που έχει προκαλέσει. Ο υποκριτής συνεργάτης του Lethierry και καπετάνιος της Durande αποφασίζει να βυθίσει το πλοίο και να φύγει κρυφά στην Αγγλία. Το πλοίο καταστρέφεται εντελώς, αλλά η μηχανή του έχει μείνει ανέπαφη. Κανένας όμως δεν δέχεται να ανελκύσει τη μηχανή απο τα σκοτεινά, αφιλόξενα και φονικά βράχια. Έτσι ο Lethierry ανακοινώνει ότι προσφέρει το χέρι της πανέμορφης ανηψιάς του, της Deruchette, στον γενναίο που θα του φέρει πίσω τη μηχανή του πλοίου. Ένας ψαράς, ο Gilliat, ο οποίος είναι ένας πραγματικός θαλασσόλυκος, προσφέρεται ν΄ ανελκύσει τη μηχανή του πλοίου καθως είναι ήδη ερωτευμένος με την Deruchette. Μετά από συνεχείς και μακρόχρονες δυσκολίες ο «εργάτης της θάλασσας» Gilliat καταφέρνει τελικά να παραδώσει πίσω τη μηχανή του βυθισμένου ατμόπλοιου, αλλά με μεγάλη απογοήτευση ανακαλύπτει ότι η Deruchette είναι ερωτευμένη με το νεαρό πάστορα της περιοχής...

Κανένα έργο του Βίκτορα Ουγκό δεν αντικατοπτρίζει μια τόσο βαθιά θλίψη όσο αυτό. Το μυθιστόρημα μπορεί να ξεκινάει σαν μια ευχάριστη ιστορία αλλα καταλήγει όπως ένας εφιάλτης.