Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

flâneur


Ποιός είναι ο flâneur

Ο  flâneur  συνδέθηκε με την πρωτεύουσα του Παρισιού βρίσκοντας στα ποιήματα και τα κείμενα του Baudelaire την ταυτότητα και το εγκώμιό του, αλλά κι έναν «οδηγό διαβίωσης». Η (παρ)ουσία της μοντέρνας μητρόπολης (και του αστικού υποκειμένου) είναι αυτή ακριβώς η μορφή του περιφερόμενου παρατηρητή ο οποίος ατενίζει, αλλά δεν συμμετέχει στα θεαματικά δρώμενα της πόλης. Στο Paris Spleen, που γράφεται το 1869, ο Baudelaire περιγράφει λεπτομερώς τον flâneur ο οποίος, όταν αναγκάζεται να δουλέψει, γίνεται δημοσιογράφος και ζει γράφοντας σε επιφυλλίδες. Φαίνεται πως είναι ιδανικός για το επάγγελμα αυτό, καθώς είναι μια ανώνυμη φιγούρα στο αστικό πλήθος, σχεδόν αόρατος, ένας πρίγκιπας με ψηλό καπέλο, φράκο, μπαστούνι ή πούρο στο χέρι που απολαμβάνει παντού το incognito του. Είναι ο ίδιος ένας ζωντανός οδηγός πόλης.

Ο flâneur δεν είναι της κλασικής παιδείας, δεν ξέρει λατινικά ή μαθηματικά, σπουδάζει μια «αστική επιστήμη» που γνωρίζει κάθε δρόμο της πόλης, κάθε ύποπτο ή απαστράπτον μαγαζί, κάθε διεύθυνση, κάθε σοκάκι. Διαβαίνει, παρατηρεί και γράφει στο περιθώριο της καπιταλιστικής ζωής. Τα κείμενά του είναι θραυσματικά, ακολουθούν κι υπαγορεύονται απ' το ρυθμό της μητρόπολης. «Παρατηρητή, φιλόσοφο, πλάνητα —αποκαλέστε τον όπως επιθυμείτε» λέει ο Baudelaire, αλλά ο flâneur είναι κάτι περισσότερο: «ένας ζωγράφος της περαστικής στιγμής και όλων των ιχνών αιωνιότητας που περιλαμβάνει».

Τι είναι λοιπόν ο flâneur, αν όχι αυτός που επιδίδεται στη flânerie… Γιατί πέρα απ' την προφανή ταυτολογία, flânerie σημαίνει περιπλάνηση, διαφέρει όμως (όχι κατά τα λεξικά του 19ου αιώνα, σίγουρα!) απ' την άσκοπη περιπλάνηση. Κι αυτό, γιατί συμβαίνει σε συγκεκριμένους δημόσιους χώρους της πόλης, εσωτερικούς κι εξωτερικούς: σε πάρκα, πλατείες, εμπορικές στοές κι εμπορικά κέντρα, σ' εστιατόρια, βουλεβάρτα, σε κήπους. Με λίγα λόγια, συμβαίνει όπου συνωστίζεται κόσμος, γιατί η περιπλάνηση μπορεί να φαίνεται ατομική, αλλά έχει δημόσιο χαρακτήρα......

Ολο το κείμενο της Μαριέττας Σιδηροπούλου στο monkie #05http://www.monkie.gr/



Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011

Ο Μπωντλέρ και η γυναίκα.

Τί είναι η γυναίκα κατά τον Μπωντλέρ
Το πλάσμα που για τους άνδρες είναι η πηγή των πιο ζωηρών σταθερών απολαύσεων, το πλάσμα προς το οποίο ή προς όφελος του οποίου τείνουν όλες οι προσπάθειες τους, αυτό το φοβερό και αμετάδοτο σαν το Θεό πλάσμα, αυτό στο οποίο ο Ζοζέφ ντε Μαίστρ έβλεπε ένα όμορφο ζώο που οι χάρες του διασκέδαζαν και καθιστούσαν πιο εύκολο το σοβαρό παιγνίδι της πολιτικής, αυτό για το οποίο δημιουργούνται ή χάνονται περιουσίες κι οι καλλιτέχνες συνθέτουν τα πιο λεπτά κοσμήματα, αυτό από το οποίο πηγάζουν οι πιο εκνευριστικές χαρές και οι πλέον γόνιμοι πόνοι .`Ενα είδος ειδώλου είναι η γυναίκα, ανόητου ίσως, αλλά εκθαμβωτικού, μαγευτικού που από το βλέμμα του κρέμονται οι μοίρες και οι προθέσεις.....( Αισθητικά Δοκίμια, Σαρλ Μπωντλέρ).
( Αφιερωμένο, αφού πρώτα προσαρμοστεί στην τρέχουσα πραγματικότητα, στη φίλη μου Αθανασία Χρόνη που γιορτάζει ).

Πέμπτη, 13 Ιανουαρίου 2011

Τα Ανθη του Κακού ( μια αντισυμβατική ιστορία με πρωταγωνιστή τον Μπωντλέρ).

O Mπωντλέρ αρχίζει να γράφει τα Άνθη του κακού στα είκοσι δύο του χρόνια, το 1843. Η συλλογή, με 100 ποιήματα, κυκλοφορεί στις 25 Ιουνίου 1857, σε 1.100 αντίτυπα και αμέσως γίνεται δεκτή από τους ομοτέχνους με μεγάλα εγκώμια. «Νέο ρίγος στην τέχνη»,αναφωνεί ο Βίκτορ Ουγκώ, «ποιήματα που μ’ έχουν μαγέψει»,εξομολογείται ο Φλωμπέρ. Όμως η εκφραστική και θεματική τους τόλμη, ο αντικομφορμισμός, η άρνηση των αστικών αξιών, το στοιχείο της εξέγερσης που ελλόχευε σε κάθε ποίημα πυροδοτούν την αντίδραση. 

 Δέκα μόλις μέρες μετά την έκδοση, δημοσιεύεται στην εφημερίδα «Figaro», 5 Ιουλίου 1857, άρθρο κάποιου Γκυστάβ Μπουρντέν που στηλιτεύει με τρόπο σκαιό την ανηθικότητα της συλλογής: «Είναι στιγμές που αμφιβάλλει κανείς για τη διανοητική κατάσταση του κ. Μπωντλαίρ. Το βρομερό παραγκωνίζει το χυδαίο και ενώνεται με το αισχρό. Ποτέ δεν είδαμε να δαγκώνονται τόσα στήθη σε τόσο λίγες σελίδες. Ένα όργιο από δαίμονες, έμβρυα, γάτες, διαβόλους. Ένα νοσοκομείο για κάθε παραφροσύνη του πνεύματος». Σε δύο μέρες επεμβαίνει το υπουργείο Εσωτερικών και παραπέμπει σε δίκη τον εκδότη Πουλέ-Μαλασσί αλλά και τον ποιητή για προσβολή της δημόσιας αιδούς και των χρηστών ηθών. Η Β´ Αυτοκρατορία προσπαθεί να εδραιώσει το πολίτευμα προστατεύοντας την ηθική της αστικής τάξης. Δημόσιος κατήγορος ορίζεται ο Ερνέστ Πινάρ, που έξι μήνες πριν, στο δικαστήριο της Ρουέν, είχε εξαπολύσει μύδρους εναντίον της "Μαντάμ  Μποβαρύ" του Φλωμπέρ. Το δικαστήριο του Παρισιού καταδικάζει τον ποιητή και τους εκδότες του βιβλίου, τους επιβάλλει χρηματικές ποινές και διατάζει την απάλειψη έξι ποιημάτων. Πρόκειται για τα περίφημα έξι «απαγορευμένα»: «Λέσβος», «Κολασμένες γυναίκες – Δελφίνη και Ιππολύτη», «Η Λήθη», «Σε κάποια πολύ πρόσχαρη», «Τα Κοσμήματα», «Οι μεταμορφώσεις της Λάμιας». Η απαγόρευση ίσχυσε ως το 1949, οπότε έγινε και η αναθεώρηση της δίκης. 

 Πράγματι το 1861 κυκλοφορεί η νέα έκδοση του βιβλίου χωρίς τα συγκεκριμένα ποιήματα. Όμως ο Μπωντλαίρ είναι συντετριμμένος. «Στη βλασφημία αντιτάσσω την ανάταση στον ουρανό. Στην αισχρότητα αντιτάσσω πλατωνικά λουλούδια» είχε πει στην απολογία του στο δικαστήριο. Η δίκη στάθηκε για τον ποιητή η αρχή του τέλους. 
Ελάχιστα βιβλία στην ιστορία της λογοτεχνίας επηρέασαν όσο τα Άνθη του κακού, αφού ο Μπωντλαίρ πέτυχε και απελευθέρωσε την αισθητική από κάθε ηθική και δεοντολογική δέσμευση γράφοντας μια ποίηση οπωσδήποτε ανατρεπτική, που αγγίζει την ουσία της ύπαρξης του ανθρώπου, με μια σύγχρονη εκφραστική τέχνη και εικονοποιία, που αποδίδουν το τραγικό κενό του αιώνα του, αλλά και όλων των αιώνων. 
«Το μέγιστο παράδειγμα νεοτερικής ποίησης όλων των γλωσσών» γράφει ο Τ. Σ. Έλιοτ. «Το τελευταίο ποιητικό βιβλίο που είχε απήχηση σε όλη την Ευρώπη», γράφει ο Βάλτερ Μπένζαμιν για τα Ανθη του Κακού. Βάζοντας στη θέση της φύσης την πόλη, στη θέση της ηθικής και των ιδανικών την υποβλητική μορφή του κακού, ο Μπωντλαίρ αντιστρέφει τις αστικές αξίες: ποιητής και βιβλίο γίνονται μια απειλή. O «Δάντης της έκπτωτης εποχής μας», όπως τον χαρακτήρισαν, γράφει το έπος του με ήρωες πόρνες, ζητιάνες, νοσηρά ερωτευμένους, θανατόφιλους, οπιομανείς. Με τη μία και μόνη συλλογή του καταφέρνει να μεταστρέψει θεματικά και μορφολογικά όλη τη λογοτεχνική παραγωγή που ακολουθεί, επιτυγχάνει να αναγάγει τη modernité σε δεσπόζουσα έννοια της νέας αισθητικής. Προβαίνοντας στην απομυθοποίηση της καθιερωμένης θρησκείας και των συμβατικών αξιών, μυθοποιεί το κακό, το καθημερινό και το αισθητικά απορριπτέο, ανανεώνει σε βάθος τα ποιητικά θέματα (μοτίβα), αποδεικνύει τη σχέση ανάμεσα στο κακό και την ομορφιά, την ευτυχία και το ανέφικτο, τη βία και την ηδονή.

Τρίτη, 11 Ιανουαρίου 2011

Περί ωραιότητας, Μπωντλέρ

«Το Ωραίο πάντα θα είναι παράξενο. Δεν λέω ότι θα είναι παράξενο εκούσια και ψυχρά, διότι τότε δεν θα ήταν παρά ένα τέρας που ξεπήδησε μέσα από τις ατραπούς της ζωής. Λέω απλώς ότι πάντα θα ενέχει ένα στοιχείο παραδοξότητας, όχι ηθελημένης αλλά υποσυνείδητης. Και σε αυτήν την παραδοξότητα θα έγκειται και το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που θα το καθιστά ωραίο». Μπωντλέρ, περί ωραιότητας.

Τετάρτη, 5 Ιανουαρίου 2011

Pere Goriot -Honore de Balzac













Ο Μπαρμπα-Γκοριό αποτελεί ένα από τα κλασικά αριστουργήματα της συγγραφικής ιδιοφυίας του Μπαλζάκ. Στο μυθιστόρημα αυτό, που εντάσσεται στο πλαίσιο της "Ανθρώπινης Κωμωδίας", παρακολουθούμε τη θλιβερή πορεία και το τραγικό τέλος ενός πατέρα που τον έχουν απαρνηθεί οι δυο του κόρες, τη γεμάτη αχαριστία εγκατάλειψη ενός ανθρώπου που είχε δώσει τα πάντα στα παιδιά του, κι όμως αυτά τον άφησαν να πεθάνει μόνος και πάμφτωχος. Ο μπαρμπα-Γκοριό μέσα στην αθλιότητα και την απόγνωση του είναι εντούτοις μια μορφή μεγαλειώδης γιατί εκφράζει την πατρότητα κατά τον πιο απόλυτο τρόπο.
Επιπλέον, παρόλο που το μυθιστόρημα αποτελεί κυρίως μια μελέτη του πατρικού πάθους, δεν περιορίζεται μόνο σ' αυτό, αλλά εικονογραφεί και αναλύει με τρόπο μοναδικό και διεισδυτικό την παρισινή ζωή και κοινωνία των αρχών του 19ου αιώνα, ανάγοντας το μερικό σε γενικό, το τοπικό σε παγκόσμιο και το εφήμερο σε διαχρονικό.

Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

'ΣΕΡΑΦΙΤΑ'' ΟΝΟΡΕ ΝΤΕ ΜΠΑΛΖΑΚ





Μετάφραση: Ελένη Αστερίου
Εκδόσεις Πεμπτουσία - 1992
Η Σεραφίτα είναι ένα έργο που θα εκπλήξει τους αναγνώστες εκείνους που έχουν συνηθίσει να βλέπουν στο πρόσωπο του Μπαλζάκ μόνο έναν «γλαφυρό ψυχογράφο» και ένα άριστο «μελετητή των ηθών του καιρού του». Η Σεραφίτα-Σεραφίτους, ον ανδρόγυνο και τέλειο, αγαπιέται συγχρόνως από έναν άντρα και μια γυναίκα, αλλά η ψυχή της, όπως λέει η ίδια, «ανήκει σ’ Εκείνον, που η ποίησή του είναι άπειρη, οι θησαυροί του ανεξάντλητοι, η αγάπη του αναλλοίωτη, η επιστήμη του αλάνθαστη». Στην εξέλιξη του έργου ο Μπαλζάκ, επηρεασμένος από τα γραπτά του Σαιντ Μαρταίν και του Σβέντενμποργκ, ασκεί έντονη κριτική στις ανθρώπινες επιστήμες και φιλοσοφίες, και σκιαγραφεί τη μετάβαση του ανθρώπινου πνεύματος από τη σφαίρα των ενστίκτων στο μονοπάτι της Πίστης, της Προσευχής και του Διαλογισμού. «Ο Θεός», λέει η Σεραφίτα, «αποκαλύπτεται πάντοτε στον μοναχικό και αφοσιωμένο στη μελέτη των θείων και στην προσευχή άνθρωπο. Ας σας κυριεύσουν η δίψα και η πείνα για τον Θεό»!

Μερικά αποσπάσματα από το βιβλίο:

...Ο Σβέντενμποργκ, συνέχισε ο ιερέας, έλκυε ιδιαίτερα τον βαρόνο ντε Σεραφίτζ, του οποίου το όνομα, σύμφωνα με την παλιά σουηδική συνήθεια, είχε αποκτήσει από αμνημονεύτων χρόνων τη λατινική κατάληξη ους. Ο βαρόνος υπήρξε ο πιο ένθερμος μαθητής του Σουηδού Προφήτη, ο οποίος του είχε ανοίξει τα μάτια του Εσωτερικού Ανθρώπου και τον είχε προδιαθέσει για μια ζωή σύμφωνη με τις διαταγές του Υψίστου. Αναζήτησε μεταξύ των γυναικών ένα Αγγελικό Πνεύμα, ο Σβέντενμποργκ του το είχε βρει σ΄ ένα το όραμα. Η γυναίκα του ήταν η κόρη ενός τσαγκάρη από το Λονδίνο, στον οποίο, έλεγε ο Σβέντενμποργκ, έλαμπε η ζωή του ουρανού και ο οποίος είχε εκπληρώσει τις προηγούμενες δοκιμασίες. Μετά τη μεταμόρφωση του Προφήτη, ο βαρόνος ήρθε στο Ζαρβί για να τελέσει τους ουράνιους γάμους του με τις πρακτικές της προσευχής. Όσο για μένα, κύριε, που δεν είμαι καθόλου Οραματιστής, αντιλήφθηκα μονάχα τα επίγεια έργα αυτού του ζευγαριού: η ζωή τους ήταν ζωή αγίων των οποίων οι αρετές είναι η δόξα της ρωμαϊκής Εκκλησίας. Και οι δυο γλύκαναν την αθλιότητα των κατοίκων και έδωσαν σε όλους μια περιουσία την οποία πρέπει να συντηρούν με την εργασία τους, αλλά που αρκεί για τις ανάγκες τους. Οι άνθρωποι που έζησαν κοντά τους ποτέ δεν τους είδαν να κάνουν κάποια κίνηση θυμού ή ανυπομονησίας, ήταν συνεχώς αγαθοεργοί και γλυκείς, γεμάτοι προσήνεια, χάρη και πραγματική καλωσύνη, ο γάμος τους ήταν η αρμονία δυο ψυχών διαρκώς ενωμένων. Δυο υπερβόρειες νήσσες που πετούν μαζί, ο ήχος του αντίλαλου, η σκέψη του λόγου, είναι ίσως ατελείς εικόνες αυτής της ένωσης. Εδώ όλοι τούς αγαπούσαν με μια στοργή που θα μπορούσε να εκφραστεί μονάχα αν την συγκρίνουμε με την αγάπη του φυτού για τον ήλιο. Η γυναίκα ήταν απλή στους τρόπους της, ωραία στη μορφή της, ωραία στο πρόσωπό της και είχε μια ευγένεια παρόμοια μ’ εκείνη των πιο σεβάσμιων προσώπων. 
Το 1783, σε ηλικία είκοσι έξι ετών, αυτή η γυναίκα συνέλαβε ένα παιδί, η κύησή της υπήρξε μια σοβαρή χαρά. Έτσι οι δυο σύζυγοι αποχαιρετούσαν τον κόσμο, γιατί μου είπαν ότι αναμφίβολα θα μεταμορφώνονταν όταν το παιδί εγκατέλειπε το ντύμα της σάρκας που είχε ανάγκη από τις φροντίδες τους την στιγμή που θα του μεταδιδόταν η δύναμη να ζει από μόνο του. Το παιδί γεννήθηκε και ήταν η Σεραφίτα που μας απασχολεί τούτη την στιγμή· από τη σύλληψή της, ο πατέρας της και η μητέρα της έζησαν ακόμα πιο μοναχικά από ό,τι στο παρελθόν, ανυψωνόμενοι στον ουρανό με την προσευχή. Η ελπίδα τους ήταν να δουν τον Σβέντενμποργκ και η πίστη εκπλήρωσε την ελπίδα τους. Την ημέρα της γέννησης της Σεραφίτας, ο Σβέντενμποργκ εμφανίσθηκε στο Ζαρβί και γέμισε με φως το δωμάτιο όπου γεννιόταν το παιδί. Λέγεται ότι τα λόγια του ήταν: -Το έργο εκπληρώθηκε, οι ουρανοί αγάλλονται! Οι άνθρωποι του σπιτιού άκουσαν τους παράξενους ήχους μιας μελωδίας, που έμοιαζε, έλεγαν, σαν να την έφερνε το φύσημα των ανέμων από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Το πνεύμα του Σβέντενμποργκ μετέφερε τον πατέρα έξω από το σπίτι και τον οδήγησε στο Φιόρδ, όπου τον εγκατέλειψε.
Μερικοί άνθρωποι του Ζαρβί, που πλησίασαν τότε τον κύριο Σεραφίτους, τον άκουσαν να απαγγέλει αυτά τα γλυκά λόγια της Γραφής: «Πόσον ωραίοι επί των ορέων φαίνονται οι πόδες των αγγέλων ους απέστειλε υμίν ο Κύριος». Έβγαινα από το πρεσβυτέριο για να πάω στον πύργο, να βαφτίσω το παιδί, να του δώσω το όνομά του και να εκπληρώσω τα καθήκοντα τα οποία μου επιβάλλουν οι νόμοι, όταν συνάντησα τον βαρόνο: - «Το έργο σας είναι περιττό, μου είπε, το παιδί μας πρέπει να μείνει χωρίς όνομα πάνω σ’ αυτή τη γη. Δεν θα βαφτίσετε με το νερό της επίγειας Εκκλησίας αυτό το παιδί που μόλις βαπτίσθηκε στη φωτιά του Ουρανού. Αυτό το παιδί θα παραμείνει άνθος, δεν θα το δείτε να γερνάει, θα το δείτε να περνάει, έχετε τον υπάρχοντα, αυτός έχει την ζωή. Εσείς έχετε τις εξωτερικές αισθήσεις, αυτό δεν έχει, τα πάντα σ’ αυτό είναι εσωτερικά.» Αυτά τα λόγια τα πρόφερε με υπερφυσική φωνή, η οποία με εντυπωσίασε ακόμα πιο ζωηρά απ’ ό,τι η λάμψη η οποία ήταν αποτυπωμένη στο πρόσωπό του που νοτιζόταν από φως. Η όψη του υλοποιούσε τις φανταστικές εικόνες των εμπνευσμένων τις οποίες συλλαμβάνουμε διαβάζοντας τις προφητείες της Βίβλου. Όμως τέτοια αποτελέσματα δεν είναι σπάνια στα βουνά μας, όπου το νίτρο των μόνιμων χιονιών παράγει στον οργανισμό μας εκπληκτικά φαινόμενα. Τον ρώτησα την αιτία της συγκίνησής του. – Ήρθε ο Σβέντενμποργκ, μόλις τον άφησα, ανέπνευσα τον αέρα του ουρανού, μου είπε: -Με ποιά μορφή σας παρουσιάσθηκε; Συνέχισα. –Με τη θνητή μορφή του, ντυμένος όπως την τελευταία φορά που τον είδα στο Λονδίνο, στο σπίτι του Ρίτσαρντ Σίαρσμιθ, στη συνοικία Κολντ-Μπαθ-Φιλντ, τον Ιούλιο του 1771. 
Φορούσε τα ρούχα του από ρατίνα που άλλαζε αποχρώσεις, με χαλύβδινα κουμπιά, κουμπωμένο γιλέκο, λευκή γραβάτα και την ίδια επιβλητική περούκα, με πουδραρισμένες μπούκλες στο πλάι και της οποίας τα ανασηκωμένα μπροστά μαλλιά αποκάλυπταν αυτό το πλατύ και φωτεινό μέτωπο που εναρμονιζόταν με τη ψηλή, τετράγωνη κορμοστασιά του, όπου τα πάντα είναι δύναμη και ηρεμία. Αναγνώρισα αυτή τη μύτη με τα μεγάλα, γεμάτα φωτιά ρουθούνια, ξανάδα αυτό το στόμα που πάντα χαμογελούσε, αγγελικό στόμα απ’ όπου βγήκαν αυτές οι λέξεις οι οποίες με γέμισαν ευτυχία:- «Εις το επανιδείν σύντομα!»

Σελίδες: 224