Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

Ζαν Ζακ Ρουσσώ, Οι εξομολογήσεις (απόσπασμα)

Ζαν Ζακ Ρουσσώ, Οι εξομολογήσεις (απόσπασμα)

Η ζωή που έκανα στο Μποσσέ μου ταίριαζε τόσο πολύ που, αν είχε κρατήσει περισσότερο, θα είχε καθορίσει οριστικά τον χαρακτήρα μου. Διεπόταν από ήρεμα, γλυκά, τρυφερά συναισθήματα. Δεν πιστεύω να υπήρξε άλλος εκπρόσωπος του είδους μας λιγότερο φιλόδοξος από μένα. Με συνέπαιρναν πότε-πότε κάποιες μεγαλόπνοες εξάρσεις, αλλά πολύ γρήγορα επέστρεφα στη μακαριότητά μου. Ο διακαέστερος πόθος μου ήταν να μ' αγαπούν όλοι γύρω μου. Ήμουν γεμάτος καλοσύνη· ο ξάδερφός μου το ίδιο· οι δάσκαλοί μας επίσης. Επί δύο ολόκληρα χρόνια δεν υπήρξα ποτέ ούτε θύμα ούτε μάρτυς βίαιου συναισθήματος. 
Τα πάντα καλλιεργούσαν στην ψυχή μου την προδιάθεση που της είχε δώσει η φύση. Τίποτα πιο υπέροχο δεν υπήρχε για μένα από το να βλέπω τους πάντες ολόγυρά μου ευχαριστημένους μ' εμένα και με όλον τον κόσμο. Δεν θα ξεχάσω ποτέ ότι στην εκκλησία, όταν δεν ήξερα καλά την κατήχηση, τίποτα δεν με πείραζε τόσο πολύ όσο μια έκφραση στενοχώριας ή ταραχής στο πρόσωπο της δεσποινίδος Λαμπερσιέ· ήταν κάτι που μου στοίχιζε περισσότερο ακόμα κι από την ντροπή μου που είχα ρεζιλευτεί δημόσια —γιατί, μόλο που ο έπαινος με άγγιζε ελάχιστα, το ντρόπιασμα με έκανε ράκος. Και πρέπει εδώ να πω ότι αυτό που με τρόμαζε δεν ήταν το ενδεχόμενο να με μαλώσει η δεσποινίς Λαμπερσιέ, αλλά ο φόβος μήπως τη στενοχώρησα.

Ωστόσο, ούτε αυτή ούτε ο αδερφός της δεν υστερούσαν σε αυστηρότητα, όποτε χρειαζόταν. Η αυστηρότητά τους όμως, που ήταν σχεδόν πάντα δικαιολογημένη, δεν ήταν ποτέ βίαιη, και γι' αυτό με πείραζε μεν, αλλά δεν με έκανε να επαναστατώ. Το να μη μ' αγαπούν μου ήταν πιο επώδυνο από την τιμωρία, και μια ένδειξη απόρριψης με πονούσε περισσότερο από το ξύλο. Ομολογώ πως ντρέπομαι να γίνω πιο σαφής, πρέπει όμως να το κάνω. 

Πόσο θα άλλαζε η παιδαγωγική μας μέθοδος, αν ο κόσμος ήξερε καλύτερα τα απώτερα αποτελέσματα αυτής που τόσο ανεξέλεγκτα πάντα, και τόσο ανάρμοστα πολλές φορές, χρησιμοποιεί. Το μεγάλο μάθημα που μπορεί να αντλήσει από ένα παράδειγμα τόσο κοινό, και άλλο τόσο ολέθριο, με υποχρεώνει να το διηγηθώ.

Εφόσον η δεσποινίς Λαμπερσιέ μας φερόταν με μητρική στοργή, είχε πάνω μας και την ανάλογη εξουσία, η οποία της επέτρεπε να μας δίνει ακόμα και ένα χέρι ξύλο όταν μας χρειαζόταν. Για πολύ καιρό χρησιμοποιούσε αυτό της το δικαίωμα μόνο σαν απειλή, και η επαπειλούμενη αυτή τιμωρία, που ήταν εντελώς πρωτάκουστη για μένα, μου φαινόταν τρομερή. Ύστερα όμως από την πραγματοποίησή της, δεν τη βρήκα τόσο φοβερή όσο τη φανταζόμουν περιμένοντάς την. Αλλά το πιο περίεργο ήταν που η τιμωρία αυτή με έκανε να αγαπήσω περισσότερο εκείνη που μου την είχε επιβάλει. Χρειάστηκε μάλιστα όλη η ειλικρίνεια αυτής της αγάπης και όλη μου η φυσική καλοσύνη για να μην επιδιώξω την επανάληψή της κάνοντας κάτι που θα την επέσυρε πάνω μου· γιατί είχα βρει στον πόνο, ακόμα και στην ταπείνωση, κάτι ηδονικό, που δεν με άφησε βέβαια με το φόβο, αλλά μάλλον με τη λαχτάρα να το αισθανθώ ξανά από το ίδιο χέρι. 

Είναι ευνόητο ότι σε όλα αυτά λειτουργούσε κάποιος πρώιμος ερωτισμός, και συνεπώς η ίδια μεταχείριση εκ μέρους του αδελφού της δεν θα μου ήταν καθόλου ευχάριστη. Αλλά με τον χαρακτήρα του κυρίου Λαμπερσιέ, το ενδεχόμενο μιας τέτοιας αντικατάστασης δεν ήταν διόλου πιθανό, και ο μόνος λόγος που δεν επεδίωκα να κάνω κάτι για να αξίζω την ίδια τιμωρία ήταν ο φόβος μου μήπως στενοχωρήσω τη δεσποινίδα Λαμπερσιέ· γιατί η τρυφερότητα έχει τόση δύναμη πάνω μου, ακόμα και η αισθησιακή, ώστε ήταν ανέκαθεν μέσα μου ισχυρότερη από την ηδονή. 
Αυτή η επανάληψη, που την απέφευγα χωρίς να την απεύχομαι, ήρθε τελικά κάποια μέρα χωρίς να φταίω εγώ, δηλαδή χωρίς να το έχω επιδιώξει, οπότε εκμεταλλεύθηκα την ευκαιρία με τη συνείδηση ήσυχη. Μόνο που η δεύτερη αυτή φορά ήταν και η τελευταία· γιατί η δεσποινίς Λαμπερσιέ, έχοντας αντιληφθεί προφανώς από κάποιες ενδείξεις ότι η τιμωρία απέκλινε του στόχου της παραιτήθηκε λέγοντας ότι την κούραζε πάρα πολύ. Μέχρι τότε κοιμόμασταν στην κάμαρά της, ή ακόμα και στο κρεβάτι της καμιά φορά τον χειμώνα. Ύστερα από δυο μέρες, μας έβαλαν σε άλλη κρεβατοκάμαρα. Και στο εξής είχα την τιμή, η οποία θα προτιμούσα να μου έλειπε, να με αντιμετωπίζει σαν μεγάλο παιδί.

Ποιος θα πίστευε ποτέ ότι ένα αθώο ξύλο που έφαγα οχτώ χρονών από μια κοπέλα τριάντα θα καθόριζε διά βίου τα γούστα μου, τους πόθους μου, τα πάθη μου κι εμένα τον ίδιο, και μάλιστα σε μια κατεύθυνση εντελώς αντίθετη από εκείνη που θα είχα ακολουθήσει φυσιολογικά; Την ώρα ακριβώς που ξυπνούσαν οι αισθήσεις μου, ο ερωτισμός μου παραπλανήθηκε τόσο πολύ, ώστε περιορίστηκε σ' αυτό που είχε βιώσει, και δεν διανοήθηκε ποτέ να αναζητήσει οτιδήποτε άλλο. Με μια αισθησιακότητα που έβραζε στο αίμα μου από την ώρα σχεδόν που γεννήθηκα, παρέμενα άσπιλος και αγνός σε μια ηλικία όπου και οι πλέον ψυχρές ή καθυστερημένες ιδιοσυγκρασίες έχουν αναπτυχθεί. Φλεγόμενος επί έτη ετών χωρίς να ξέρω από τί, καταβρόχθιζα με άπληστα μάτια τις όμορφες γυναίκες, και τις έφερνα αδιάκοπα στο νου μου, αλλά μονάχα για να τις χαρώ με τον δικό μου τρόπο, κάνοντάς τες όλες δεσποινίδες Λαμπερσιέ.

Ακόμα και μετά την εφηβεία, η περίεργη αυτή επιθυμία, η οποία ήταν πάντα παρούσα και έφθανε τα όρια της διαστροφής, τα όρια της μανίας, διατήρησε ακέραια τα χρηστά μου ήθη, μολονότι θα έπρεπε να τα είχε διαφθείρει. Αν υπάρχει ηθική και αυστηρή ανατροφή, είναι οπωσδήποτε η δική μου. Οι τρεις θείες μου δεν είχαν μόνο υποδειγματικό ήθος, αλλά και μια ευπρέπεια που οι γυναίκες έχουν χάσει προ πολλού· ο πατέρας μου, ευδαιμονιστής μεν και κατακτητής, αλλά της παλιάς σχολής, δεν πρόφερε ποτέ μπροστά σε γυναίκες, και ιδιαίτερα σ' εκείνες που του άρεσαν, λόγια που θα έκαναν μια παρθένα να κοκκινίσει· και ελάχιστες οικογένειες τήρησαν ποτέ τόσο ευλαβικά τον σεβασμό που οφείλεται στα παιδιά. Στο σπίτι του κυρίου Λαμπερσιέ δεν έδιναν λιγότερη σημασία σ' αυτό το θέμα. 

Κάποτε μάλιστα έδιωξαν μια θαυμάσια υπηρέτρια για μια πονηρή κουβέντα που είχε ξεστομίσει μπροστά μας. Όχι μόνο δεν είχα, ώς την εφηβεία μου, καμιά ξεκάθαρη ιδέα σχετικά με την ερωτική επαφή, αλλά και η συγκεχυμένη εντύπωση που είχα δεν πήρε ποτέ στο μυαλό μου μια όψη που να μην ήταν αηδής και αποκρουστική. Οι κοινές γυναίκες μού προκαλούσαν μια φρίκη η οποία δεν με εγκατέλειψε ποτέ· δεν μπορούσα να δω έναν έκδοτο άνθρωπο χωρίς να αισθανθώ περιφρόνηση, ή ακόμα και τρόμο. Η αποστροφή μου για την ακολασία είχε πάρει αυτές τις διαστάσεις από την ημέρα που, πηγαίνοντας στο Πετί Σακονέξ από μια στενοποριά, είδα κάτι σπηλιές στις δύο πλευρές του δρόμου και μου είπαν πως μέσα εκεί ζευγάρωναν οι άνθρωποι. Τα όσα είχα δει από το ζευγάρωμα των σκύλων μού έρχονταν λοιπόν πάντα στο νου όταν σκεφτόμουν τα άλλα ζευγαρώματα, και στην ανάμνηση και μόνο αυτού του θεάματος μου γύριζε το στομάχι.

Οι προκαταλήψεις της ανατροφής μου, που αρκούσαν και μόνες τους για να καθυστερήσουν τις πρώτες εκρήξεις μιας φλογερής ιδιοσυγκρασίας, υποβοηθήθηκαν, όπως εξήγησα, από την εκτροπή στην οποία με οδήγησαν οι πρώτες νύξεις της λαγνείας. Μην μπορώντας να διανοηθώ κάτι άλλο απ' αυτό που είχα ζήσει, παρ' όλη την πίεση των πολύ ασφυκτικών ήδη εξάψεων, έστρεφα μοιραία τις επιθυμίες μου στο είδος της ηδονής που είχα γνωρίσει και δεν έφτανα ποτέ σ' εκείνο που μου είχαν καταστήσει ειδεχθές, και το οποίο δεν απείχε διόλου από το άλλο, χωρίς όμως εγώ να έχω την παραμικρή υπόνοια γι' αυτό. Στις τρελές φαντασιώσεις μου, στις παράφορες ερωτικές μου εξάρσεις, στα αλλόκοτα πράγματα στα οποία με εξωθούσαν καμιά φορά, ανέτρεχα με τη φαντασία μου στη βοήθεια του άλλου φύλου, χωρίς να μου περνάει ποτέ από το νου πως προσφερόταν για οποιαδήποτε άλλη χρήση πέρα από εκείνη για την οποία τόσο διακαώς το προόριζα.

Έτσι λοιπόν έφτασα, έχοντας μια φύση πολύ φλογερή, πολύ αισθησιακή και με πολύ πρόωρη ανάπτυξη, να περάσω τα εφηβικά μου χρόνια χωρίς να έχω γνωρίσει, χωρίς να έχω καν επιθυμήσει, καμιά άλλη ερωτική απόλαυση πέρα από εκείνη που εν πάση αθωότητι μου είχε προσφέρει η δεσποινίς Λαμπερσιέ. Αλλά και όταν τελικά τα χρόνια με έκαναν άνδρα, αυτό που με συγκράτησε και πάλι ήταν το ίδιο πάθος που θα μπορούσε να με είχε καταστρέψει. Οι παλιές παιδικές μου επιθυμίες, αντί να εξαφανιστούν τώρα πια, δέθηκαν τόσο στενά με τις καινούργιες, ώστε δεν μπόρεσα ποτέ μου να τις ξεχωρίσω από τους πόθους που μου άναβαν οι αισθήσεις. Και η μανία μου αυτή, σε συνδυασμό με τη φυσική μου συστολή, με έκανε πάντα ελάχιστα τολμηρό με τις γυναίκες· γιατί δεν τολμούσα να τα πω όλα, ούτε μπορούσα να τα έχω όλα, αφού το είδος της απόλαυσης που επιζητούσα, και του οποίου το άλλο ήταν για μένα απλώς η κατάληξη, δεν ήταν δυνατόν να υποκλαπεί από εκείνον που το ήθελε ούτε να προβλεφθεί από εκείνη που μπορούσε να το προσφέρει. 

Πέρασα λοιπόν τη ζωή μου διάπυρος και βουβός μπροστά στις γυναίκες που λαχταρούσα. Μην τολμώντας ποτέ να εξομολογηθώ το πάθος μου, το διασκέδαζα τουλάχιστον με σχέσεις που μου υπέθαλπαν αυτή την αίσθηση.

 Το να πέφτω στα πόδια μιας δεσποτικής γυναίκας, να υπακούω στις διαταγές της, να εκλιπαρώ τη συγγνώμη της, αποτελούσαν για μένα γλυκύτατες απολαύσεις· και όσο περισσότερο η ζωηρή φαντασία μου διέγειρε τις αισθήσεις μου, τόσο περισσότερο φερόμουν σαν ντροπαλός ερωτευμένος. Καταλαβαίνει κανείς ότι αυτό το είδος ερωτοτροπίας δεν οδηγεί σε ραγδαίες εξελίξεις, ούτε και είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο για την τιμή εκείνης στην οποία απευθύνεται. 

Λίγες λοιπόν ήταν οι φορές που έκανα μια γυναίκα δική μου, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν χόρτασα την ερωτική ηδονή με τον δικό μου τρόπο, δηλαδή με τη φαντασία μου. Ιδού λοιπόν πώς ο ερωτισμός μου, σε συνδυασμό με τον συνεσταλμένο χαρακτήρα μου και τη ρομαντική μου φύση, διαφύλαξαν τα αισθήματά μου αγνά και τα ήθη μου άμεμπτα, χάρη σ' εκείνο ακριβώς το πάθος το οποίο, με λίγη περισσότερη τόλμη, θα με είχε βυθίσει ίσως στην πιο κτηνώδη ακολασία.

Έκανα το πρώτο και οδυνηρότερο βήμα στον σκοτεινό και ρυπαρό λαβύρινθο των εξομολογήσεών μου. Εκείνο που πονάει περισσότερο όταν το λες δεν είναι το κακό, είναι το εξευτελιστικό και το γελοίο. Από εδώ και στο εξής είμαι σίγουρος για τον εαυτό μου· ύστερα απ' αυτό που τόλμησα να πω, τίποτα δεν μπορεί να με σταματήσει. Το πόσο μου κοστίζει μια τέτοια ομολογία μπορεί να το κρίνει κανείς από το ότι, μόλο που αγάπησα κάποιες γυναίκες με ένα πάθος παράφορο, που με έκανε καμιά φορά να χάνω μπροστά τους το φως, την ακοή και το νου μου, και να τραντάζομαι σύγκορμος από σπασμούς, ποτέ δεν βρήκα τη δύναμη να τους εκμυστηρευθώ την αδυναμία μου και να τους ζητήσω, στις στιγμές της πιο άκρας οικειότητας, τη μόνη χάρη που δεν μου είχαν κάνει ακόμα. 
Μονάχα μια φορά στη ζωή μου το έζησα αυτό, στα παιδικά μου χρόνια, με ένα κοριτσάκι της ηλικίας μου· αλλά και πάλι, αυτή ήταν εκείνη που το είχε προτείνει.

Καθώς ανατρέχω τώρα στα πρώτα βήματα της ψυχικής μου ζωής, ανακαλύπτω στοιχεία τα οποία, όσο κι αν φαίνονται πολλές φορές ασυμβίβαστα, συγκεράστηκαν και έδωσαν ένα συμπαγές και ενιαίο αποτέλεσμα· ενώ ανακαλύπτω άλλα, τα οποία, μολονότι ίδια φαινομενικά, μεταμορφώθηκαν μες απ' τη συγκυρία ορισμένων συνθηκών, και οι συνδυασμοί που προέκυψαν είναι τόσο αντίθετοι, που δεν θα πίστευε κανείς πως υπάρχει έστω και ένα κοινό στοιχείο μεταξύ τους. Ποιος θα φανταζόταν, λόγου χάρη, ότι μια από τις πλέον αδάμαστες δυνάμεις της ψυχής μου σφυρηλατήθηκε στον ίδιο άκμονα που έπλασε μέσα μου την ηδυπάθεια και την παθητικότητα. Θα παραμείνω στο θέμα για το οποίο μίλησα, για να δείξω μια άλλη, εντελώς διαφορετική επίδρασή του.
Κάποια μέρα, καθόμουν μόνος μου στο δωμάτιο που ήταν δίπλα στην κουζίνα και διάβαζα τα μαθήματά μου.
 Η υπηρέτρια είχε βάλει πάνω στην πλάκα τις χτένες της δεσποινίδος Λαμπερσιέ για να στεγνώσουν. Όταν ήρθε να τις πάρει, βρήκε μία με τα μισά της δόντια σπασμένα. Ποιος έφταιγε για τη ζημιά; Κανένας άλλος δεν είχε μπει στο δωμάτιο. Με ρωτάνε· τους λέω πως εγώ δεν την άγγιξα καν. Ο κύριος και η δεσποινίς Λαμπερσιέ αρχίζουν εν χορώ να με νουθετούν, να με πιέζουν, να με απειλούν· εγώ επιμένω πεισματικά στην αθωότητά μου. Οι ενδείξεις όμως εναντίον μου ήταν πολύ ισχυρές, και θεωρήθηκαν πειστικότερες από τις διαμαρτυρίες μου, παρόλο που δεν με είχαν ξαναδεί να λέω ψέματα με τόσο θράσος. Πήραν το θέμα πολύ σοβαρά· όφειλαν να το πάρουν. Η κακή πράξη, το ψέμα, το πείσμα θεωρήθηκαν όλα κολάσιμα. 
Αλλά η εκτέλεση της τιμωρίας δεν ανατέθηκε στη δεσποινίδα Λαμπερσιέ. Έγραψαν στον θείο Μπερνάρ, ο οποίος και ήρθε. Τον ξάδερφό μου τον βάραινε κι αυτόν κάποιο παράπτωμα εξίσου σοβαρό. Μας συμπεριέλαβαν στην ίδια τιμωρία. Ήταν φριχτή. Αν είχαν θελήσει να ανακόψουν μια για πάντα τις διεστραμμένες ορέξεις μου αναζητώντας το φάρμακο στην ίδια την ασθένεια, δεν θα είχαν βρει καλύτερη θεραπεία. Τις ξέχασα για πολύ καιρό.

Δεν κατάφεραν να μου αποσπάσουν την ομολογία που ήθελαν. Όσες φορές κι αν με περιέλαβαν, σε όσο εφιαλτική κατάσταση κι αν με έφεραν, στάθηκα ακλόνητος. Καλύτερα να πέθαινα. Ήμουν αποφασισμένος γι' αυτό. Η βία δεν μπόρεσε να υποτάξει το σατανικό παιδικό μου πείσμα γιατί έτσι αποκαλούσαν τη γενναιότητά μου. Τελικά, βγήκα από τη σκληρή αυτή δοκιμασία κατατσακισμένος αλλά θριαμβευτής.

Έχουν περάσει σχεδόν πενήντα χρόνια από τότε, και δεν υπάρχει φόβος να τιμωρηθώ ξανά γι' αυτό. Ε, λοιπόν, δηλώνω απερίφραστα, και μάρτυς μου ο Θεός, πως ήμουν αθώος, πως ποτέ δεν έσπασα, ποτέ δεν άγγιξα εκείνη τη χτένα, και πως ποτέ δεν μου πέρασε απ' το νου να κάνω κάτι τέτοιο. Μη με ρωτήσετε πώς έγινε η ζημιά. Δεν ξέρω και δεν καταλαβαίνω. Το μόνο που ξέρω στα σίγουρα είναι ότι εγώ ήμουν αθώος.

Φανταστείτε ένα παιδί συνεσταλμένο και υπάκουο στην καθημερινή ζωή, αλλά παράφορο, ανήμερο, χαλύβδινο στα πάθη, ένα παιδί που πάντα ακολουθούσε τη φωνή της λογικής, που όλοι του φέρονταν καλόκαρδα, δίκαια, στοργικά, που δεν ήξερε καν την έννοια της αδικίας, να υφίσταται για πρώτη φορά μια αδικία τόσο κατάφωρη, και μάλιστα από τους ανθρώπους που αγαπάει και εκτιμάει πιο πολύ. Φανταστείτε τη βίαιη ανατροπή των εννοιών! Τη σύγχυση στα αισθήματά του! Τον σάλο στην ψυχή του, στο μυαλό του, σε όλη εκείνη τη μικρή πνευματική και ηθική υπόσταση! Και λέω να τα φανταστείτε όλα αυτά, αν είναι δυνατόν, γιατί εγώ δεν νομίζω πως είμαι σε θέση να ξεδιαλύνω ή να βρω το παραμικρότερο νήμα στο τί συνέβαινε μέσα μου τότε.


Δεν είχα αρκετό μυαλό εκείνο τον καιρό για να καταλάβω πόσο καταδικαστικά ήταν για μένα τα φαινόμενα, ή για να έρθω στη θέση των άλλων. Έμενα στη δική μου, και το μόνο που καταλάβαινα ήταν η αγριότητα μιας φριχτής τιμωρίας για ένα κακό που δεν είχα κάνει. Τον σωματικό πόνο, όσο δυνατός κι αν ήταν, ούτε που τον ένιωθα· εκείνο που αισθανόμουν ήταν η αγανάκτηση, η οργή, η απελπισία. Ο ξάδερφός μου, κατηγορούμενος κι αυτός για μια παρόμοια υπόθεση, και έχοντας τιμωρηθεί για κάτι που είχε κάνει κατά λάθος σαν να ήταν εσκεμμένο, εξαγριώθηκε κι αυτός μαζί μ' εμένα και κατά κάποιον τρόπο συντόνισε το μένος του με το δικό μου. Πλαγιασμένοι μαζί στο ίδιο κρεβάτι, αγκαλιαζόμαστε με μια έξαλλη μανία, σφιγγόμαστε σπασμωδικά μέχρι που σκάγαμε, και όταν οι μικρές καρδιές μας ξαλάφρωναν λιγάκι και μπορούσαν να ξεσπάσουν, σηκωνόμαστε καθιστοί και φωνάζαμε εκατό φορές με όλη μας τη δύναμη: Carnifex! Carnifex! Carnifex!
Ακόμα και τώρα που γράφω γι' αυτό, μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι. Αυτές τις στιγμές δεν πρόκειται να τις ξεχάσω ποτέ, έστω κι αν ζήσω εκατό χιλιάδες χρόνια. Η πρώτη αυτή αίσθηση της βίας και της αδικίας χαράχτηκε τόσο βαθιά στην ψυχή μου, που οτιδήποτε σχετίζεται μαζί της μου ξαναφέρνει την πρώτη μου οργή. Κι αυτό το αίσθημα, όσο προσωπικό κι αν ήταν στην αρχή, έγινε τόσο αυθυπόστατο και αποσπάστηκε τόσο πολύ από κάθε ιδιοτέλεια, ώστε στη θέα ή στο άκουσμα της όποιας αδικίας, οποιοδήποτε κι αν είναι το θύμα της και οπουδήποτε κι αν συντελείται, γίνομαι πάντα πυρ και μανία, σαν να είμαι εγώ αυτός που την υφίσταται. Όταν διαβάζω για τα εγκλήματα ενός βάναυσου τυράννου, για τις αθλιότητες ενός πανούργου κληρικού, θέλω να πάω να σφάξω αυτούς τους αχρείους, έστω κι αν είναι να πληρώσω εκατό φορές με τη ζωή μου. Μου έτυχε πάμπολλες φορές να ιδρώσω κυνηγώντας ή πετροβολώντας έναν κόκορα, μια αγελάδα, ένα σκυλί ή όποιο ζώο έβλεπα να βασανίζει ένα άλλο μόνο και μόνο επειδή αισθανόταν ισχυρότερο. Αυτή η αντίδραση μπορεί να είναι εγγενής στον χαρακτήρα μου, και προσωπικά πιστεύω πως είναι· αλλά η ανεξίτηλη ανάμνηση της πρώτης αδικίας που ένιωσα πάνω μου δέθηκε τόσο νωρίς και τόσο άρρηκτα μαζί της, που αποκλείεται να μην τη δυνάμωσε.

Εκεί σήμανε το τέλος της γαλήνιας παιδικής μου ζωής. Από εκείνη τη στιγμή χάθηκε η ανέφελη ευτυχία που ήξερα· και ακόμα και σήμερα έχω την αίσθηση πως η ανάμνηση της μαγείας των παιδικών μου χρόνων σταματάει εδώ. Μείναμε ακόμα λίγους μήνες στο Μποσσέ. Ζούσαμε όπως λένε ότι ζούσε ο πρώτος άνθρωπος, που ήταν ακόμα στον επίγειο παράδεισο αλλά χωρίς να τον απολαμβάνει πια. Φαινομενικά ήταν η ίδια κατάσταση, αλλά στην ουσία μια εντελώς άλλη ζωή.
 Η αγάπη, ο σεβασμός, η οικειότητα, η εμπιστοσύνη δεν έδεναν πια τους μαθητές με τους δασκάλους τους· δεν τους βλέπαμε πια σαν θεούς που διάβαζαν τα φύλλα της καρδιάς μας· ντρεπόμαστε λιγότερο να κάνουμε κάτι κακό και φοβόμαστε περισσότερο μη μας ανακαλύψουν· αρχίσαμε να κρυβόμαστε, να επαναστατούμε, να λέμε ψέματα. Όλα τα ελαττώματα της ηλικίας μας μόλυναν την αγνότητά μας και αμαύρωσαν τα παιχνίδια μας. 

Ακόμα και η εξοχή είχε χάσει στα μάτια μας εκείνη την απλή και γλυκιά γοητεία που ανοίγει την καρδιά· μας φαινόταν έρημη και καταθλιπτική· ήταν λες και την είχε σκεπάσει ένα πέπλο που έκρυβε από μας την ομορφιά της. Σταματήσαμε να καλλιεργούμε τα περιβολάκια μας, τα λαχανικά μας, τα λουλούδια μας. Δεν τρέχαμε πια να ξύσουμε ελαφρά το χώμα, αλαλάζοντας από χαρά μόλις ανακαλύπταμε το βλασταράκι του σπόρου που είχαμε φυτέψει. 
Τη βαρεθήκαμε αυτή τη ζωή· μας βαρέθηκαν κι εμάς οι άλλοι. Ο θείος μου μας ξαναπήρε πάλι στο σπίτι, και αποχαιρετήσαμε τον κύριο και τη δεσποινίδα Λαμπερσιέ έχοντας απαυδήσει οι μεν από τους δε και χωρίς να λυπηθούμε για τον χωρισμό μας.

[πηγή: Ζαν Ζακ Ρουσσώ, Οι εξομολογήσεις, μτφ. Αλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου, τ. Α', Εκδόσεις Ιδεόγραμμα, Αθήνα 1997, σ. 18-24]

Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

Ουγκώ... θα 'ναι ευτυχισμένοι

Προσδοκίες, διαψεύσεις, ελπίδες και πάλι από την αρχή. Ένα απόσπασμα από το έργο του μεγάλου συγγραφέα που μας βάζει ερωτήματα


 «ΠΟΛΙΤΕΣ, ΑΝΑΛΟΓΙΖΕΣΤΕ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ; Οι δρόμοι των πολιτειών πλημμυρισμένοι φως, πράσινα κλαδιά στα κατώφλια, τα έθνη αδελφωμένα, οι άνθρωποι δίκαιοι, οι γερόντοι να ευλογούν τα παιδιά, το παρελθόν αγαπημένο με το παρόν, οι διανοούμενοι με απόλυτη ελευθερία (...) πουθενά μίση, αδερφοσύνη του εργαστηριού με το πανεπιστήμιο, η κοινοποίηση μόνη τιμωρία κι αμοιβή, εργασία για όλους, δικαιοσύνη για όλους, ειρήνη για όλους, όχι πια αιματοχυσίες, όχι πια πόλεμοι, οι μητέρες ευτυχισμένες! (...)

ΠΟΥ ΤΡΑΒΑΜΕ, ΠΟΛΙΤΕΣ; Στην επιστήμη που θάχει γίνει κυβέρνηση, στη δύναμη των πραγμάτων που θάχει γίνει δημόσια δύναμη, στον φυσικό νόμο που θάχει μέσα του την κύρωση και την καταδίκη και που θα εφαρμόζεται με τη γνωστοποίηση, σε μια ανατολή της αλήθειας αντίστοιχη με την ανατολή της ημέρας. Βαδίζουμε προς την ένωση των λαών. Βαδίζουμε προς την ενότητα του ανθρώπου. (...). Άκου με εσύ, Φεγύ, ατρόμητε εργάτη, άνθρωπε του λαού, άνθρωπε των λαών. Σε προσκυνώ. Ναι, εσύ βλέπεις καθαρά τους μελλούμενους καιρούς. Ναι, έχεις δίκιο εσύ. Δεν είχες ούτε πατέρα ούτε μητέρα, Φεγύ. Και υιοθέτησες για μητέρα σου την ανθρωπότητα και για πατέρα σου το δίκιο. Πρόκειται να πεθάνεις εδώ, δηλαδή να θριαμβεύσεις. Ό,τι και να γίνει σήμερα, πολίτες, είτε ηττηθούμε είτε νικήσουμε, πάντως θα κάνουμε μια επανάσταση. Όπως οι πυρκαγιές φωτίζουν όλη την πόλη, το ίδιο κι οι επαναστάσεις φωτίζουν όλο το ανθρώπινο γένος (...)».

 « (...) ΠΟΛΙΤΕΣ, Ο ΔΕΚΑΤΟΣ ΕΝΑΤΟΣ ΑΙΩΝΑΣ ΕΙΝΑΙ ΜΕΓΑΛΟΣ, αλλά ο εικοστός θάναι ευτυχισμένος. Τίποτε δεν θα μοιάζει τότε με την παλιά ιστορία. Δεν θάχουν πια να φοβηθούν, όπως σήμερα, μια εκστρατεία, μια εισβολή, έναν σφετερισμό, έναν ένοπλο ανταγωνισμό εθνών, μια διακοπή πολιτισμού που να εξαρτάται από ένα γάμο βασιλιάδων, μια γέννηση στις κληρονομικές δεσποτείες, ένα μοίρασμα εθνών με συνέδριο, ένα διαμελισμό έπειτ’ από πτώση μιας δυναστείας, μια διαμάχη θρησκειών που να σμίγουν αντιμέτωπες, σαν δυο τράγοι μέσα απ’ τα σκοτεινά, πάνω στη γέφυρα τ’ απείρου. Δεν θάχουν πια να φοβηθούν την πείνα, την εκμετάλλευση, την πορνεία από απόγνωση, την ανέχεια από ανεργία, ούτε τη λαιμητόμο, ούτε το σπαθί, ούτε τις μάχες, ούτε τις ληστείες της τύχης μέσα στο δάσος των ιστορικών συμβάντων. Θα μπορούσαμε σχεδόν να πούμε: Δεν θα υπάρχουν τέτοια συμβάντα. Θάναι ευτυχισμένοι. Το ανθρώπινο γένος θα εκπληρώνει την αποστολή του όπως η γήινη σφαίρα διανύει την τροχιά της (...).

 ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ, Η ΩΡΑ ΠΟΥ ΠΕΡΝΟΥΜΕ ΚΑΙ ΠΟΥ ΣΑΣ ΜΙΛΩ, είναι μια ώρα ζοφερή. Αλλ’ αυτό είναι το τρομερό τίμημα του μέλλοντος. Μια επανάσταση είναι ένας δασμός. Ω, το ανθρώπινο γένος θ’ απελευθερωθεί, θ’ ανυψωθεί, θα παρηγορηθεί! Το εγγυόμαστε εμείς σε τούτο το οδόφραγμα. Από πού θ’ αντηχήσει η κραυγή της αγάπης, αν όχι από το ύψος της θυσίας; Αδέρφια μου, εδώ είναι το ενωτικό σημείο εκείνων που έχουν φρονήματα κι εκείνων που υποφέρουν.

 ΑΥΤΟ ΤΟ ΟΔΟΦΡΑΓΜΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΜΩΜΕΝΟ ούτε με πέτρες ούτε με καδρόνια ούτε με σιδερικά. Είναι καμωμένο από δυο συσσωρεύσεις, τη συσσώρευση των ιδεών και τη συσσώρευση των πόνων. Η δυστυχία ανταμώνει εδώ με το ιδανικό. Η μέρα αγκαλιάζει τη νύχτα και της λέει: "Θα πεθάνω μαζί σου και θ' αναστηθείς μαζί μου". Από τη σύσφιξη όλων των θλίψεων αναπηδά η πίστη. Τα βάσανα προσκομίζουν εδώ την αγωνία τους και οι ιδέες την αθανασία τους. Αυτή η αγωνία κι αυτή η αθανασία θα σμίξουν και θα συνθέσουν τον θάνατό μας. Αδέρφια, όποιος πεθαίνει εδώ, πεθαίνει μεσ’ στην ακτινοβολία του μέλλοντος. Θα μπούμε σ’ έναν τάφο φωτόλουστον από αυγή».

 Απόσπασμα από το βιβλίο του Βίκτωρος Ουγκώ, Οι Άθλιοι, σε μετάφραση Γιώργου Κοτζιούλα, εκδόσεις Δάρεμα 1955.

 Ο Βίκτορ Ουγκώ (26 Φεβρουαρίου 1802-22 Μαΐου 1885) ήταν Γάλλος μυθιστοριογράφος, ποιητής και δραματουργός, ο πλέον σημαντικός εκπρόσωπος του κινήματος του γαλλικού ρομαντισμού Από τα πρώτα χρόνια της εφηβείας του αντιλήφθηκε το λογοτεχνικό του ταλέντο και ξεκίνησε τις μεταφράσεις έργων από τα λατινικά καθώς και δικές του πρωτότυπες ποιητικές εργασίες. Η αξία του αναγνωρίστηκε σύντομα. Ταυτόχρονα ασχολήθηκε με την πολιτική, μεταλλασσόμενος βαθμιαία από φιλομοναρχικό συντηρητικό σε ριζοσπάστη δημοκρατικό Προ πάντων, όμως, ήταν ο ποιητής του νέου κόσμου, ο προφητικός, παραισθησιακός φιλόσοφος και μυθοπλάστης μιας ριζικά νέας εποχής.

[Πηγή: www.doctv.gr]

Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2016

Βερλαίν, Ρεμπώ, θυελλώδεις έρωτες και έκλυτη ζωή



               Στη δημοπρασία το περίστροφο με το οποίο ο Βερλαίν πυροβολεί τον Ρεμπώ

10 Ιουλίου 1873. Μεσημέρι σε δωμάτιο ξενοδοχείου της οδού Μπρασέρ, στις Βρυξέλελες. Ο 29χρονος ποιητής Πωλ Βερλαίν πυροβολεί με περίστροφο τον 18χρονο συνάδελφο και εραστή του, Αρθούρο Ρεμπό.
Μια σφαίρα τραυματίζει τον νεαρό πάνω από την άρθρωση του καρπού, ενώ η άλλη εποστρακίζεται πάνω στο τζάκι και καταλήγει στον τοίχο. Πρόκειται για τους διασημότερους πυροβολισμούς της γαλλικής λογοτεχνίας, οι οποίοι όμως σήμαναν και το τέλος της θυελλώδους ερωτικής σχέσης των δύο Γάλλων ποιητών.
Αυτό ακριβώς το περίστροφο του Βερλαίν θα διατεθεί προς πώληση στις 30 Νοεμβρίου, σε πλειστηριασμό του οίκου Κρίστις στο Παρίσι.
Το όπλο του εγκλήματος είναι ένα εξάσφαιρο περίστροφο και διαμετρήματος 7 χιλιοστών που ο Βερλαίν αγόρασε το ίδιο πρωί από έναν οπλοποιό των Βρυξελλών, μαζί μ' ένα κουτί με 50 σφαίρες.
Το περίστροφο, ενός μοντέλου πολύ συνηθισμένου την εποχή εκείνη, κατασχέθηκε από την αστυνομία, επεστράφη στην οπλοποιία Μοντινί και παραχωρήθηκε το 1981, όταν έκλεισε αυτό το κατάστημα, στον σημερινό ιδιοκτήτη του, ο οποίος αποφάσισε να το πωλήσει. Η τιμή του εκτιμάται από 50.000 έως 60.000 ευρώ.
Η θυελλώδης ερωτική σχέση των δύο ποιητών

Ο Πωλ Βερλαίν είχε παντρευτεί τον Αύγουστο του 1870 τη δεκαεξάχρονη Ματίλντ Μοτέ. Το Σεπτέμβριο του 1871 πιθανότατα γνωρίζει τον Αρθούρο Ρεμπώ γεγονός που επέδρασε καταλυτικά στη ζωή του. Περιπλανήθηκε μαζί του στη βόρεια Γαλλία και στο Βέλγιο, εγκαταλείποντας τον Ιούλιο του 1872 τη σύζυγό και το νεογέννητο γιο του, Ζωρζ.
Ο καβγάς ανάμεσα στους δύο άνδρες άρχισε τον Μάιο του 1873 στο Λονδίνο. Ο έρωτας του Βερλαίν με τον Ρεμπώ είχε γίνει θυελλώδης. Ο Βερλαίν επιδιώκει παράλληλα να αποκαταστήσει τη σχέση του με την γυναίκα του. Έπειτα από έναν ακόμη διαπληκτισμό, εγκαταλείπει τον νεαρό εραστή του και φεύγει για τις Βρυξέλλες. Ο Ρεμπώ τον ακολουθεί και ξεσπούν νέοι καβγάδες.
Ο Βερλαίν έχει τάσεις αυτοκτονίας, ο Ρεμπώ λέει πως θα καταταγεί στον στρατό. Μεθούν, κλαίνε, γνωρίζουν την απελπισία των ερώτων που τελειώνουν. Πριν τον πυροβολήσει, ο Ρεμπώ αφηγείται ότι ο Βερλαίν του είπε: «Έι! Θα σε μάθω εγώ να θέλεις να φύγεις!».
Αφού τον περιποιήθηκαν στο νοσοκομείο, ο Ρεμπώ σκέφτεται να εγκαταλείψει τις Βρυξέλλες. Ο Βερλαίν τον απειλεί και πάλι με το όπλο του μέσα στον δρόμο. Ο Ρεμπό φωνάζει έναν αστυνομικό που τους συλλαμβάνει όλους.
Ο συγγραφέας των «Poemes saturniens» θα συλληφθεί, θα δικαστεί και θα καταδικαστεί τον Αύγουστο του 1873 σε δύο χρόνια φυλακή, όπου θα περάσει 555 ημέρες. Εκεί ο Βερλαίν θα γράψει τα 32 ποιήματα του «Cellulairement», τα οποία θα κατανείμει στις συλλογές «Sagesse», «Jadis et naguere», «Parallelement», «Invectives». Ο Ρεμπώ επιστρέφει στο σπίτι της μητέρας του, και αρχίζει να γράφει το «Μια εποχή στην κόλαση».
Οι Βερλαίν και Ρεμπώ θα ξαναειδωθούν για μια τελευταία φορά μετά την αποφυλάκιση του πρώτου, τον Φεβρουάριο 1875 στη Στουτγάρδη. Εκεί πραγματοποιείται μία αποτυχημένη προσπάθεια επανασύνδεσης, ενώ ο Ρεμπώ θα παραδώσει στον φίλο του το χειρόγραφο των «Εκλάμψεων».

Αρθούρος Ρεμπό, αποσπάσματα από τις «εκλάμψεις» 
Παραμύθι
Ένας πρίγκηπας είχε θιγεί γιατί δεν είχε ποτέ του ασχοληθεί με κάτι έξω από την τελειότητα των χυδαίων γενναιοδωριών. Προέβλεπε εκπληκτικές επαναστάσεις του έρωτα, και υποψιάζονταν τις γυναίκες του ότι μπορούσαν κάτι καλύτερο από την ευπροσηγορία τούτη πλουμισμένη από ουρανό και πολυτέλεια. Ήθελε να δει την αλήθεια, την ώρα της ουσιαστικής λαχτάρας και της ικανοποίησης. Είτε αυτό υπήρξε μια απόκλιση από την ευσέβεια είτε όχι, το θέλησε. Κατείχε τουλάχιστον μιαν αρκετά πλατιά ανθρώπινη εξουσία.
Όλες οι γυναίκες που τον είχαν γνωρίσει δολοφονήθηκαν. Τι λεηλασία στο πάρκο του περιβολιού της ομορφιάς! Κάτω από την σπάθη, τον ευλόγησαν. Δεν παρήγγειλε καθόλου καινούριες. — Οι γυναίκες ξαναφάνηκαν.
Σκότωσε όλους αυτούς που τον ακολουθούσαν, μετά το κυνήγι ή τις οινοποσίες.
— Όλοι τον ακολουθούσαν.
Διασκέδασε σφάζοντας τα ζώα πολυτελείας. Πυρπόλησε τα παλάτια. Εφορμούσε πάνω στους ανθρώπους και τους τεμάχιζε. — Το πλήθος, οι χρυσαφένιες στέγες, τα ωραία ζώα υπήρχαν ακόμη.
Μπορεί κανείς να εκστασιάζεται στο χαλασμό, να ξανανιώνει από την θηριωδία! Ο λαός δεν μουρμούρισε. Κανείς δεν προσέφερε την συνδρομή των βλεμμάτων του.
Κάποιο βράδυ κάλπαζε περήφανα. Ένα Πνεύμα φάνηκε μίας άφατης ομορφιάς, ακόμη και ανομολόγητης. Από την φυσιογνωμία και την στάση του έβγαινε η υπόσχεση ενός έρωτα πολλαπλού και περίπλοκου! μιας ευτυχίας ανείπωτης, σχεδόν ανυπόφορης! Ο Πρίγκιπας και το Πνεύμα εκμηδενίστηκαν πιθανόν μέσα στην ουσιαστική υγεία. Πως θα μπορούσαν να μην πεθάνουν απ' αυτήν;
Μαζί λοιπόν πέθαναν.
Αλλά ο Πρίγκιπας αυτός απεβίωσε, στο παλάτι του, σε μια συνηθισμένη ηλικία. Ο Πρίγκιπας ήταν το Πνεύμα . Το Πνεύμα ήταν ο Πρίγκιπας.
Η σοφή μουσική παραμελεί την λαχτάρα μας.
Εκλάμψεις, μετάφραση: Αλέξης Ασλάνογλου, Εκδόσεις Ηριδανός


Ξεκίνημα
Αρκετά είδα. Το όραμα αντάμωσα σε όλους τους αιθέρες.
Αρκετά πήρα. Βόμβος των πόλεων , το βράδυ και στον ήλιο και πάντα .
Αρκετά γνώρισα . Τις στάσεις της ζωής .
Ω Βόμβοι και οράματα .
Ξεκίνημα μέσα σε καινούργιες αγάπες και θορύβους!
Εκλάμψεις, μετάφραση: Αλέξης Ασλάνογλου, εκδόσεις Ηριδανός


Πρωινό Μέθης
Ω Αγαθό μου! Ω το Ωραίο μου! Φανφάρα βάναυση όπου δε σκοντάφτω καθόλου! Στρεβλή μαγική! Ουρά για το ανήκουστο έργο και για το θαυμαστό σώμα, για πρώτη φορά. Αυτό άρχισε κάτω από τα γέλια των παιδιών, θα τελειώσει από αυτά. Το δηλητήριο τούτο θα μείνει σε όλες τις φλέβες μας, ακόμα και όταν, καθώς η φανφάρα στραφεί, θα παραδοθούμε στην παλιά δυσαρμονία. Ω τώρα, εμείς τόσο άξιοι για αυτά τα μαρτύρια. Ας μαζέψουμε με θέρμη αυτή την υπεράνθρωπη υπόσχεση καμωμένη στο πλασμένο σώμα μας και στην ψυχή μας, αυτή την υπόσχεση, αυτή την παραφροσύνη. Η κομψότητα, η γνώση, η βιαιότητα! Μας υποσχέθηκαν να θάψουν στη σκιά το δέντρο του καλού και του κακού, να εξοστρακίσουν τις τυραννικές εντιμότητες, για να οδηγήσουμε τον πολύ αγνό μας έρωτα. Αυτό αρχίνησε με μερικές αηδίες και αυτό τελείωσε, μην μπορώντας να μας αρπάξει αμέσως από αυτή την αιωνιότητα, αυτό τελείωσε με ένα σκόρπισμα αρωμάτων.

Γέλιο των παιδιών, διακριτικότητα των σκλάβων, αυστηρότητα των παρθένων, φρίκη των μορφών και των εδώ αντικειμένων, να είστε καθηγιασμένοι με την ανάμνηση αυτής της αγρυπνίας. Να που τελειώνει με αγγέλους φλόγας και πάγου.
Μικρό ξενύχτι μεθυσιού, άγιο! όταν αυτό δε θα ήταν παρά για τη μάσκα  που μας χάρισες. Σε βεβαιώνουμε, μέθοδε! Δεν ξεχνούμε ότι δόξασες χθες την καθεμιά από τις ηλικίες μας. Έχουμε πίστη στο δηλητήριο. Ξέρουμε να δίνουμε τη ζωή μας ολάκερη κάθε μέρα.
Νάτη η εποχή των Δολοφόνων.
Εκλάμψεις, μετάφραση: Αλέξης Ασλάνογλου, εκδόσεις Ηριδανός





Πόλεμος
Όταν ήμουνα παιδί, κάποιοι ουρανοί ξεκαθάρισαν την όρασή μου: όλοι οι χαρακτήρες χρωμάτισαν την προσωπικότητά μου. Διαταράχτηκαν τα Φαινόμενα. - Τώρα, η αιώνια ροή των στιγμών και η απεραντοσύνη των μαθηματικών με διώχνουν απ' αυτό τον κόσμο όπου υπομένω όλες τις επιτυχίες του πολίτη, σεβαστός για την παράξενη παιδική μου ηλικία και για τα απέραντα πάθη. - Σκέπτομαι ένα πόλεμο, για το δίκιο ή για τη βία, με πολύ αναπάντεχη λογική.
Είναι τόσο απλό, όσο μια μουσική φράση.
20 πεζά ποιήματα, εκδ. Χ. Μπούρας, μετάφραση: Εύα Μυλωνά - Αντώνης Κέπετζης.



Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2016

Βίκτωρ Ουγκό - Οι Εργάτες της Θάλασσας


 ΟΙ Εργάτες της Θάλασσας ( οι ναυτικοί δηλαδή) είναι ένα μυθιστόρημα του Βίκτωρ Ουγκό, που εκδόθηκε το 1866, κατά την διάρκεια της εξορίας του συγγραφέα στο νησί του Guernesey. Πρόκειται για ένα βιβλίο το οποίο υμνεί την τεχνολογική πρόοδο της εποχής. Το μυθιστόρημα αφηγείται τη δημιουργία του πρώτου ατμόπλοιου στη θάλασσα της Μάγχης, στα αφιλόξενα βράχια του νησιού όπου ο συγγραφέας (Βίκτωρ Ουγκό)είναι εξόριστος.

Ο ηλικιωμένος πλοικτήτης Lethierry έχει στην κατοχή του ένα απο τα πρώτα ατμόπλοια της εποχής στο οποίο έχει δώσει το όνομα Durande. Το ατμόπλοιο αυτό διασφαλίζει τη μεταφορά ανάμεσα στο Σαιν-Μαλό και το νησί Guernesey. Οι ψαράδες όμως και οι ναυτικοί του νησιού παρακολουθούν με αμφιβολία τον αθέμιτο ανταγωνισμό που έχει προκαλέσει. Ο υποκριτής συνεργάτης του Lethierry και καπετάνιος της Durande αποφασίζει να βυθίσει το πλοίο και να φύγει κρυφά στην Αγγλία. Το πλοίο καταστρέφεται εντελώς, αλλά η μηχανή του έχει μείνει ανέπαφη. Κανένας όμως δεν δέχεται να ανελκύσει τη μηχανή απο τα σκοτεινά, αφιλόξενα και φονικά βράχια. Έτσι ο Lethierry ανακοινώνει ότι προσφέρει το χέρι της πανέμορφης ανηψιάς του, της Deruchette, στον γενναίο που θα του φέρει πίσω τη μηχανή του πλοίου. Ένας ψαράς, ο Gilliat, ο οποίος είναι ένας πραγματικός θαλασσόλυκος, προσφέρεται ν΄ ανελκύσει τη μηχανή του πλοίου καθως είναι ήδη ερωτευμένος με την Deruchette. Μετά από συνεχείς και μακρόχρονες δυσκολίες ο «εργάτης της θάλασσας» Gilliat καταφέρνει τελικά να παραδώσει πίσω τη μηχανή του βυθισμένου ατμόπλοιου, αλλά με μεγάλη απογοήτευση ανακαλύπτει ότι η Deruchette είναι ερωτευμένη με το νεαρό πάστορα της περιοχής...

Κανένα έργο του Βίκτορα Ουγκό δεν αντικατοπτρίζει μια τόσο βαθιά θλίψη όσο αυτό. Το μυθιστόρημα μπορεί να ξεκινάει σαν μια ευχάριστη ιστορία αλλα καταλήγει όπως ένας εφιάλτης.


Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2015

Γκιγιώμ Απολλιναίρ



Αρχηγός της αβάν-γκαρντ σκηνής του Παρισιού στις αρχές του 20ου αιώνα, ο Απολλιναίρ διέσχισε την απόσταση από τους δρόμους της γαλλικής πρωτεύουσας ως τον ορφισμό, το κυνήγι των ονείρων και τον σουρεαλισμό. Ένας υπερβατικός σκηνοθέτης σε κάποιο θέατρο του δρόμου, ο οποίος προ του α΄ παγκοσμίου πολέμου πίστευε ότι ούτε μέσω μιας ανακατάληψης της Βαστίλης δεν ανανεώνεται ο κόσμος τόσο όσο μέσω της ζωγραφικής, της ποίησης και της τέχνης.

Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2015

Όσκαρ Ουάιλντ

Η αληθινή τελειότης του ανθρώπου βρίσκεται όχι στο τι έχει, αλλά στο τι είναι. Γι’ αυτό προς το συμφέρον ακριβώς των πλουσίων πρέπει να καταργήσουμε την ιδιοκτησία. Κι η φτώχεια πρέπει να καταργηθεί γιατί ταπεινώνει τον άνθρωπο κι επιβραδύνει την ατομική του ανάπτυξη. Μία μόνο κοινωνική τάξη σκέπτεται το χρήμα περισσότερο απ’ τους πλουσίους, κι αυτή είναι οι… φτωχοί. Οι καλύτεροι ανάμεσα στους φτωχούς δεν ήταν ποτέ ευγνώμονες για την ελεημοσύνη. Είναι αγνώμονες, δυσαρεστημένοι, απείθαρχοι κι επαναστατικοί. Κι έχουν δίκιο να ναι έτσι. Ο άνθρωπος που δε θα'ταν δυσαρεστημένος σε τέτοιο περιβάλλον και σε τέτοιο χαμηλό βιοτικό επίπεδο θα ήταν τέλειο κτήνος. Η πείνα κι όχι η αμαρτία γεννάνε το σύγχρονο έγκλημα. Διαμέσου της ανυπακοής δημιουργήθηκε πάντα η πρόοδος, διαμέσου της ανυπακοής και της επαναστάσεως.Το να συνιστούμε οικονομία στους φτωχούς είναι κάτι τόσο εξωφρενικό, όσο και υβριστικό. Είναι σαν να συμβουλεύουμε έναν που πεινάει να τρώει λιγότερο.
Απόσπασμα από το δοκίμιο του ΟΣΚΑΡ ΟΥΑΪΛΝΤ “Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ” μετάφραση: Σ.Α.Γ. από το άρθρο του Σ.Α.Γ. “Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΟΥ ΟΣΚΑΡ ΟΥΑΪΛΝΤ”
περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ.829, 15/1/1962

Κυριακή, 2 Μαρτίου 2014

`Εμιλυ Ντίκινσον


Πέρα μακριά, στην κατάφυτη κοιλάδα του Κοννέτικατ, ένα μαγιάτικο απομεσήμερο του 1886, σε λευκό φέρετρο, έβγαζαν από την πίσω πόρτα του σπιτιού, όπως η ίδια είχε θελήσει, την Έμιλυ Ντίκινσον. Λίγη ώρα πριν, στη μεγάλη σάλα του κάτω πατώματος, δύο φίλοι ιερείς διάβασαν αγαπημένα της εδάφια από τη Βίβλο, προσευχήθηκαν γι’ αυτήν, και κάποιος που της στάθηκε σε δύσκολη στιγμή απάγγειλε το «Δεν έχω εγώ δειλή ψυχή» της Εμ. Μπροντέ. Μέσ’ απ’ τα χτήματα της οικογένειας και τα όλο φτέρες μονοπάτια έξι Ιρλανδοί εργάτες του σπιτιού μετέφεραν το σώμα της· κι από κοντά, οι λίγοι εκείνοι που δέθηκαν μαζί της, με προορισμό το κοιμητήρι της μικρής πόλης.

Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

Baudelaire,ο θεμελιωτής του συμβολισμού



 Τα άνθη του κακού είχε τεράστιο αντίκτυπο στον γαλλικό συμβολισμό. Επιπλέον, ο Baudelaire υπήρξε μεγάλος θαυμαστής του έργου του Edgar Allan Poe στη Γηραιά Ήπειρο, το οποίο και διαδόθηκε σε αυτή τη μεριά του πλανήτη χάρη στις μεταφράσεις του "καταραμένου ποιητή"

Παρασκευή, 30 Αυγούστου 2013

Ιονέσκο : Ο ευφυής που δοξασε το παράλογο

Ο ευφυής  που δόξασε  το  παράλογο


Αν «λογική είναι η τρέλα των δυνατών», αν «µπορείς πάντα να προβλέψεις τα γεγονότα αφού έχουν γίνει», αν «η γλώσσα είναι ακατανόητη γιατί οι άνθρωποι δεν µιλούν για τα σηµαντικά», αν «η κοινωνική πρόοδος είναι σίγουρα καλύτερη µε λίγη ζάχαρη», τότε γιατί ο Ευγένιος Ιονέσκο κατατάσσεται στους επίσηµους εκφραστές του παραλόγου; Ισως γιατί, όπως έλεγε ο ίδιος, « δ εν είναι η απάντηση που µας διαφωτίζει αλλά η ερώτηση».

Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

Γ....την ευζωία μας

Η Σιμόν ντε Μπωβουάρ έγραψε κάποτε : Προχωρούσαμε με τον Σαρτρ στο δρόμο ελεύθεροι, ανεμπόδιστοι, ανέμελοι, χωρίς φόβο.Γιατί να λυπηθούμε που δεν είχαμε αυτοκίνητο, όταν κάναμε τόσες ανακαλύψεις περπατώντας στις όχθες του καναλιού Σαιν Μαρτέν ; Όταν τρώγαμε στο δωμάτιο μου ψωμί και φουά γκρά Μαρί, όταν δειπνούσαμε στη μπιραρία Ντεμορύ...δεν νοιώθαμε στερημένοι από τίποτα. Τι παραπάνω θα μπορούσε να μας προσφέρει το μπαρ του ξενοδοχείου Ρίτζ ; Είχαμε τις δικές μας γιορτές. Ένα βράδυ στο Βίκινγκς έφαγα κότα με κούμαρα, ενώ στην εξέδρα μια ορχήστρα έπαιζε το σκοπό της μόδας: Pagan love song. Ήξερα πως το τσιμπούσι αυτό δεν θα με θάμπωνε αν γινόταν συχνά. Έτσι ακόμη και η φτώχεια μας εξυπηρετούσε την ευτυχία...