Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2013

George Eliot


George Eliot was the pen name of Mary Ann Evans, one of the leading English novelists of the 19th century. Her novels, most famously 'Middlemarch', are celebrated for their realism and psychological insights. 
 
George Eliot was born on 22 November 1819 in rural Warwickshire. When her mother died in 1836, Eliot left school to help run her father's household. In 1841, she moved with her father to Coventry and lived with him until his death in 1849. Eliot then travelled in Europe, eventually settling in London.


In 1850, Eliot began contributing to the 'Westminster Review', a leading journal for philosophical radicals, and later became its editor. She was now at the centre of a literary circle through which she met George Henry Lewes, with whom she lived until his death in 1878. Lewes was married and their relationship caused a scandal. Eliot was shunned by friends and family.
Lewes encouraged Eliot to write. In 1856, she began 'Scenes of Clerical Life', stories about the people of her native Warwickshire, which were published in 'Blackwood's Magazine'. Her first novel, 'Adam Bede', followed in 1859 and was a great success. She used a male pen name to ensure her works were taken seriously in an era when female authors were usually associated with romantic novels.
Her other novels include 'The Mill on the Floss' (1860), 'Silas Marner' (1861), 'Romola' (1863), 'Middlemarch' (1872) and 'Daniel Deronda' (1876). The popularity of Eliot's novels brought social acceptance, and Lewes and Eliot's home became a meeting place for writers and intellectuals.
After Lewes' death Eliot married a friend, John Cross, who was 20 years her junior. She died on 22 December 1880 and was buried in Highgate Cemetery in north London.

 Οι κούφιοι άνθρωποι»
    (Τόμας Σ. Έλιοτ)

Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι/ είμαστε οι βαλσαμωμένοι άνθρωποι
σκύβοντας μαζί/ κεφαλοκαύκι άχυρο. Αλίμονο!
Οι στεγνές φωνές μας, όταν/ ψιθυρίζουμε μαζί
είναι ήσυχες και ανόητες/ σαν άνεμος σε ξερό χορτάρι
ή πόδια ποντικών σε σπασμένο γυαλί/
στο ξερό μας κελάρι.

Σχήμα χωρίς μορφή, σκιά χωρίς χρώμα
παραλυμένη δύναμη, χειρονομία χωρίς κίνηση.

Αυτοί που πέρασαν/ με ολόισια μάτια, στου θανάτου το άλλο  Βασίλειο
μας θυμούνται-αν καθόλου-όχι ως χαμένες
 βίαιες ψυχές, μα μονάχα/ ως κούφιους ανθρώπους
τους βαλσαμωμένους ανθρώπους….
                         III
 «…αυτή είναι η νεκρή χώρα/ αυτή είναι του κάκτου η χώρα
 εδώ τα πέτρινα είδωλα/ σηκώνονται, εδώ λαμβάνουν
την ικεσία ενός χεριού νεκρού ανθρώπου
κάτω από το σπίθισμα σβησμένου άστρου…

                          V
…Mεταξύ ιδέας/ και πραγματικότητας
μεταξύ κίνησης/ και δράσης/ πέφτει η Σκιά

                            Γιατίι δικό σου είναι το βασίλειο
Μεταξύ αντίληψης/ και δημιουργίας

 μεταξύ κίνησης/ και απάντησης/ πέφτει η Σκιά
                           Η ζωή είναι πολύ μακριά
 Μεταξύ πόθου/ και σπασμού
μεταξύ δύναμης/και ύπαρξης/
μεταξύ ουσίας/ και πτώσης

 πέφτει η Σκιά
                          Γιατί δικό σου είναι το βασίλειο
γιατί δική σου είναι η ζωή/ γιατί η ζωή είναι δική σου

δική σου/ αυτός είναι ο τρόπος
που ο κόσμος τελειώνει

 όχι με ένα πάταγο αλλά με ένα λυγμό».
 (Τ. Σ. Έλιοτ, «Οι κούφιοι άνθρωποι», σ. 117, «Άπαντα ποιήματα», μτφ. Αριστοτέλης Νικολαϊδης, εκδόσεις Κέδρος).
 *Στον τελευταία λέξη του τελευταίου στίχου γίνεται η μεταστροφή από τη «Συνωμοσία πυρήνων της φωτιάς: «…που τελειώνει ο κόσμος/όχι με ένα λυγμό αλλά με ένα πάταγο», ενώ κανονικά ο στίχος είναι: «όχι με έναν πάταγο αλλά με ένα λυγμό»…
* Ο στίχοι που είναι σε εισαγωγικά είναι αυτοί που χρησιμοποίησε στην ανακοίνωσή της η οργάνωση. Η οργάνωση γράφει ακόμα στην ανακοίνωσή της ότι το ποίημα γράφτηκε από τον Τ.S. Eliot για τον Γκάι Φοκς που επιχείρησε να ανατινάξει το Βρετανικό κοινοβούλιο).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου